ΙΟΒΕ: Το «τίμημα» μιας τραπεζικής κατάρρευσης θα μπορούσε να φτάσει τα 321 δισ. ευρώ
Πηγή Φωτογραφίας: pixabay//Το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους αναδεικνύει μελέτη του ΙΟΒΕ και του Financial Markets Group του London School of Economics (LSE)
Η διάσωση των ελληνικών τραπεζών κόστισε στο Δημόσιο περίπου 42,5 δισ. ευρώ, ωστόσο η απουσία κρατικής παρέμβασης μετά το PSI θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολλαπλάσιες απώλειες για την οικονομία. Μελέτη του ΙΟΒΕ και του LSE εκτιμά ότι η σωρευτική απώλεια παραγωγής θα κυμαινόταν από 133,7 έως 321,2 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας.
Το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους αναδεικνύει μελέτη του ΙΟΒΕ και του Financial Markets Group του London School of Economics (LSE), η οποία αποτιμά τη συμβολή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στη διάσωση του τραπεζικού συστήματος.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι ανακεφαλαιοποιήσεις που ξεκίνησαν το 2012, οι σωρευτικές απώλειες στην παραγωγή θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τα 321,2 δισ. ευρώ, σε τιμές του 2011. Πρόκειται για υποθετικές εκτιμήσεις και όχι για βέβαιη πρόβλεψη, οι οποίες, ωστόσο, αποτυπώνουν τις δυνητικές συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης τραπεζικής κατάρρευσης.
Δύο σενάρια, έως 321 δισ. ευρώ απώλειες
Οι ερευνητές εξετάζουν δύο εναλλακτικές εκδοχές για την πορεία της ελληνικής οικονομίας χωρίς την παρέμβαση του ΤΧΣ. Στο ηπιότερο σενάριο, η σωρευτική απώλεια παραγωγής υπολογίζεται σε 133,7 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 65,7% του ΑΕΠ του 2011. Στο δυσμενέστερο, οι απώλειες εκτοξεύονται στα 321,2 δισ. ευρώ, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα ήταν κατά μέσο όρο 16% χαμηλότερο κατά την πρώτη δεκαετία μετά το PSI.
Η απουσία ανακεφαλαιοποίησης θα άφηνε τις τράπεζες με σοβαρά κεφαλαιακά προβλήματα, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να χορηγούν δάνεια. Παράλληλα, ο αυξημένος κίνδυνος χρεοκοπίας θα επιβάρυνε το κόστος χρηματοδότησης, συμπιέζοντας τις επενδύσεις, την επιχειρηματική δραστηριότητα και την απασχόληση.
Η έκθεση περιγράφει το ενδεχόμενο ενός συστήματος με «ζόμπι» τράπεζες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν τον βασικό τους ρόλο: να διοχετεύουν χρηματοδότηση στην πραγματική οικονομία. Επιπλέον, θα παρέμενε ο κίνδυνος συμμετοχής των καταθετών στις ζημιές μέσω bail-in.
Το κόστος της διάσωσης και το καθαρό όφελος
Η κρατική στήριξη είχε, βεβαίως, σημαντικό δημοσιονομικό τίμημα. Το ΤΧΣ διοχέτευσε συνολικά 46,9 δισ. ευρώ στο τραπεζικό σύστημα και εκτιμάται ότι θα ανακτήσει 10,6 δισ. ευρώ. Η καθαρή λογιστική ζημία διαμορφώνεται έτσι σε περίπου 36,3 δισ. ευρώ, ενώ, συνυπολογίζοντας ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις, το συνολικό κόστος εκτιμάται σε 42,5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, στο ηπιότερο υποθετικό σενάριο, η μελέτη υπολογίζει καθαρό οικονομικό όφελος περίπου 91 δισ. ευρώ σε ορίζοντα δεκαετίας, συγκρίνοντας το δημοσιονομικό κόστος της στήριξης με τις απώλειες παραγωγής που θα μπορούσαν να είχαν προκύψει χωρίς αυτήν.
Οι τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις
Αφετηρία της κρίσιμης περιόδου αποτέλεσε το PSI του 2012, όταν το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων αποδυνάμωσε δραστικά τους τραπεζικούς ισολογισμούς. Ακολούθησαν τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις: το 2013, το 2014 και το 2015, με διαφορετική συμμετοχή δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων.
Το ΤΧΣ αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό διοχέτευσης δημόσιων πόρων στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, ενώ συνέβαλε και στην εξυγίανση άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Η παρέμβαση αυτή, σύμφωνα με τη μελέτη, περιόρισε τον κίνδυνο γενικευμένης κατάρρευσης και συνέβαλε στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο