Τουρκία: Σκάνδαλο 20 δισ. δολαρίων φτάνει στην καρδιά της εξουσίας Ερντογάν – 455.000 επενδυτές στη δίνη
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Τουρκία: Σκάνδαλο 20 δισ. δολαρίων φτάνει στην καρδιά της εξουσίας Ερντογάν – 455.000 επενδυτές στη δίνη
Ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά σκάνδαλα των τελευταίων ετών συγκλονίζει την Τουρκία, προκαλώντας αναταράξεις στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης και θέτοντας υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα των εποπτικών μηχανισμών της χώρας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η κατάρρευση ενός δικτύου επενδυτικών κεφαλαίων, με περιουσιακά στοιχεία που είχαν φτάσει περίπου τα 20 δισ. δολάρια και περισσότερους από 455.000 ιδιώτες επενδυτές να βρίσκονται αντιμέτωποι με αβεβαιότητα για τις αποταμιεύσεις τους.
Η υπόθεση, την οποία ερευνά εκτενώς η εφημερίδα Financial Times, έχει ήδη αποκτήσει σοβαρές πολιτικές διαστάσεις.
Στις έρευνες εμπλέκονται στελέχη της χρηματοοικονομικής αγοράς και πρόσωπα με σχέσεις με την κρατική διοίκηση, ενώ η παραίτηση υψηλόβαθμου στελέχους του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) έχει εντείνει τις πιέσεις προς το πολιτικό περιβάλλον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η τουρκική κυβέρνηση δηλώνει ότι επιδιώκει την ανάκτηση των χρημάτων και την απόδοση ευθυνών. Οι επικριτές της, ωστόσο, θέτουν ερωτήματα για το γιατί οι ύποπτες χρηματιστηριακές συναλλαγές δεν αντιμετωπίστηκαν νωρίτερα.
Από το χρηματιστηριακό θαύμα στην κατάρρευση: Πώς δημιουργήθηκε η φούσκα
Η υπόθεση ξεκίνησε από την εντυπωσιακή άνοδο ορισμένων επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία προσέλκυσαν μαζικά αποταμιευτές σε μια οικονομία που αντιμετωπίζει επίμονα υψηλό πληθωρισμό.
Για χιλιάδες Τούρκους, η τοποθέτηση χρημάτων σε επενδυτικά κεφάλαια εμφανιζόταν ως εναλλακτική απέναντι στη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης και στην αβεβαιότητα για την τουρκική λίρα.
Ορισμένα από τα κεφάλαια παρουσίαζαν εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις, προσελκύοντας συνεχώς νέους επενδυτές.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται ο χρηματοοικονομικός όμιλος Tera και ένα ευρύτερο δίκτυο επενδυτικών σχημάτων.
Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές έρευνες, ορισμένα κεφάλαια συγκέντρωναν μεγάλο μέρος των τοποθετήσεών τους σε μετοχές με περιορισμένη εμπορευσιμότητα, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών με διασυνδέσεις με τους ίδιους χρηματοοικονομικούς κύκλους.
Οι μαζικές αγορές μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλη αύξηση των χρηματιστηριακών τιμών και, κατά συνέπεια, της αποτιμώμενης αξίας των επενδυτικών χαρτοφυλακίων.
Αυτή η άνοδος δημιουργούσε την εικόνα εξαιρετικών αποδόσεων και προσέλκυε πρόσθετα κεφάλαια.
Οι αρχές εξετάζουν εάν οι συναλλαγές αποτελούσαν μέρος οργανωμένου μηχανισμού χειραγώγησης της αγοράς.
Η πρακτική δεν έχει ταυτιστεί δικαστικά, στο σύνολό της, με ένα αποδεδειγμένο σχήμα απάτης τύπου Ponzi. Ωστόσο, η υπόθεση έχει αποκτήσει στην Τουρκία το προσωνύμιο «Fonzi», από τον συνδυασμό της τουρκικής λέξης για τα επενδυτικά κεφάλαια και του ονόματος Ponzi.
Αποδόσεις έως 60.000% και μετοχές που κατέρρευσαν σχεδόν 98%
Η έκταση της χρηματιστηριακής ανόδου αποτυπώνεται σε ορισμένα εντυπωσιακά στοιχεία.
Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, βασικό επενδυτικό κεφάλαιο της Tera είχε καταγράψει αύξηση αξίας που ξεπερνούσε το 60.000% μέσα σε περίπου τρία χρόνια.
Η Destek Finans Faktoring, χρηματοοικονομική εταιρεία εισηγμένη στην τουρκική αγορά, είχε σημειώσει άνοδο περίπου 7.000% σε διάστημα 17 μηνών από την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο.
Τέτοιες αποδόσεις προσέλκυσαν το ενδιαφέρον χιλιάδων ιδιωτών, αλλά και την προσοχή παραγόντων της αγοράς που αμφισβητούσαν κατά πόσο οι αποτιμήσεις μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τα οικονομικά μεγέθη των εταιρειών.
Όταν η αγορά αντιστράφηκε, οι απώλειες ήταν δραματικές.
Η μετοχή της ναυπηγικής Özata, μιας από τις εταιρείες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης, υποχώρησε σχεδόν 98% από τα υψηλότερα επίπεδά της, σύμφωνα με τους Financial Times.
Η κατάρρευση αποκάλυψε πόσο ευάλωτα μπορούσαν να γίνουν χαρτοφυλάκια συγκεντρωμένα σε τίτλους με περιορισμένη ρευστότητα.
Η απόφαση που προκάλεσε το ντόμινο
Καθοριστική εξέλιξη αποτέλεσε η παρέμβαση της τουρκικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, SPK, στα τέλη Αυγούστου.
Οι νέοι κανόνες περιόρισαν τη δυνατότητα υπερβολικής συγκέντρωσης των επενδυτικών κεφαλαίων σε μεμονωμένες μετοχές και ενίσχυσαν τις απαιτήσεις διαφοροποίησης.
Η αλλαγή επηρέασε τα κεφάλαια που είχαν βασίσει μεγάλο μέρος της αξίας τους σε περιορισμένο αριθμό τίτλων.
Καθώς οι επενδυτές άρχισαν να ζητούν την επιστροφή των χρημάτων τους, ορισμένοι διαχειριστές αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας.
Η ανάγκη πώλησης περιουσιακών στοιχείων σε μια αγορά με ανεπαρκείς αγοραστές επιτάχυνε την πτώση των τιμών.
Τον Σεπτέμβριο, οι τουρκικές αρχές διέταξαν τη ρευστοποίηση 131 επενδυτικών κεφαλαίων που διαχειρίζονταν επτά εταιρείες.
Η απόφαση ανέδειξε το μέγεθος της κρίσης, καθώς οι επηρεαζόμενοι επενδυτές ξεπερνούσαν τις 455.000.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης μιλά για οργανωμένο εγκληματικό δίκτυο
Η έρευνα απέκτησε νέα διάσταση στις 3 Νοεμβρίου, όταν ο υπουργός Δικαιοσύνης της Τουρκίας, Ακίν Γκιουρλέκ, παρουσίασε στοιχεία για την έκταση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον υπουργό, οι έρευνες δεν αφορούν απλώς μεμονωμένες περιπτώσεις χειραγώγησης μετοχών.
«Η δομή δεν περιορίζεται σε μια απλή χρηματιστηριακή απάτη. Υπάρχει μια εκτεταμένη εγκληματική οργάνωση», δήλωσε, περιγράφοντας τα μέχρι στιγμής ευρήματα των ερευνητικών αρχών.
Ο Γκιουρλέκ υποστήριξε ότι το υπό διερεύνηση δίκτυο είχε επεκταθεί σε υψηλά κλιμάκια της χρηματοοικονομικής γραφειοκρατίας.
«Όσοι βρίσκονταν μέσα στον μηχανισμό ελέγχου των χρημάτων κατέστησαν αναποτελεσματικούς τους εποπτικούς μηχανισμούς δημιουργώντας ένα σύστημα δωροδοκιών», ανέφερε.
Οι δηλώσεις του αποτελούν την επίσημη εκδοχή της τουρκικής κυβέρνησης για την υπό εξέλιξη έρευνα. Οι ατομικές ποινικές ευθύνες παραμένουν αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, 433 πρόσωπα βρίσκονται στο πεδίο των δικαστικών διαδικασιών, ενώ 112 έχουν προφυλακιστεί.
Επιπλέον, 186 είχαν αφεθεί ελεύθεροι υπό όρους και οι αρχές αναζητούσαν άλλους 38 υπόπτους.
Η έρευνα αγγίζει τη χρηματιστηριακή διοίκηση και την κρατική γραφειοκρατία
Η υπόθεση έχει επεκταθεί σε πρόσωπα που κατείχαν σημαντικές θέσεις στο τουρκικό χρηματοοικονομικό σύστημα.
Στα τέλη Οκτωβρίου συνελήφθη ο επικεφαλής του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης, Κορκμάζ Ενές Εργκούν, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες που συνδέονται με δωροδοκία και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Παράλληλα, οι αρχές προχώρησαν σε έρευνες και εναντίον προσώπων που είχαν υπηρετήσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Η απομάκρυνση του επικεφαλής της SPK με προεδρικό διάταγμα και η παραίτηση υφυπουργού Οικονομικών, μετά την εμπλοκή συγγενικού του προσώπου στην υπόθεση, ανέδειξαν το θεσμικό βάθος της κρίσης.
Η ύπαρξη ποινικών ερευνών δεν συνεπάγεται ενοχή για κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο.
Ωστόσο, η διεύρυνσή τους εντείνει τα ερωτήματα για τη λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας.
Η παραίτηση στην ηγεσία του AKP και οι πολιτικές προεκτάσεις
Η χρηματιστηριακή υπόθεση έχει φτάσει και στο περιβάλλον του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.
Η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, υψηλόβαθμο στέλεχος του AKP και πρώην υπουργός, παραιτήθηκε από τη θέση της αντιπροέδρου του κόμματος τον Σεπτέμβριο, καθώς η υπόθεση αποκτούσε ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις.
Παράλληλα, δημοσιεύματα έχουν αναφερθεί σε ελέγχους περιουσιακών στοιχείων προσώπων που συνδέονται οικογενειακά με στελέχη του κυβερνώντος κόμματος.
Οι αναφορές αυτές δεν τεκμηριώνουν συλλογική ευθύνη του AKP ούτε προσωπική εμπλοκή του Ερντογάν στο φερόμενο χρηματιστηριακό κύκλωμα.
Δημιουργούν, όμως, ένα νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από την εποπτεία των αγορών, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της κρατικής διοίκησης.
Για την κυβέρνηση, το κρίσιμο ζήτημα είναι να αποδείξει ότι η έρευνα θα προχωρήσει ανεξάρτητα από τις πολιτικές ή διοικητικές διασυνδέσεις των υπόπτων.
Προειδοποιήσεις που δεν σταμάτησαν τη φούσκα
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά τον χρόνο αντίδρασης των εποπτικών αρχών.
Σύμφωνα με τις έρευνες των Financial Times και άλλων διεθνών μέσων, είχαν προηγηθεί προειδοποιήσεις για ασυνήθιστες χρηματιστηριακές κινήσεις και για πιθανή χειραγώγηση τίτλων.
Παράγοντες της αγοράς είχαν εκφράσει ανησυχίες για τις ακραίες αποδόσεις ορισμένων κεφαλαίων και τη συγκέντρωση τοποθετήσεων σε μετοχές περιορισμένης εμπορευσιμότητας.
Ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ είχε προειδοποιήσει ήδη από το 2025 ότι η χρηματιστηριακή αγορά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως χώρος ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας.
Παρά τις ενδείξεις αυτές, η κρίση κλιμακώθηκε προτού ληφθούν μέτρα που οδήγησαν στη μαζική ρευστοποίηση των προβληματικών κεφαλαίων.
Η χρονική ακολουθία των γεγονότων βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης για πιθανές εποπτικές παραλείψεις.
Η επιχείρηση διάσωσης και τα χρήματα των επενδυτών
Η τουρκική κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις συνέπειες της κατάρρευσης, προχωρώντας σε διαδικασίες ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και επιστροφής χρημάτων.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η τουρκική προεδρία στις 3 Νοεμβρίου, έως τις 30 Οκτωβρίου είχαν πραγματοποιηθεί πληρωμές συνολικού ύψους 97,3 δισ. τουρκικών λιρών προς σχεδόν 250.000 επενδυτές.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης ανέφερε επίσης ότι οι αρχές είχαν συγκεντρώσει περιουσιακά στοιχεία, μετρητά, ακίνητα και μετοχές αξίας περίπου 30 δισ. λιρών στο πλαίσιο των ενεργειών ανάκτησης.
Οι δύο αριθμοί αφορούν διαφορετικές κατηγορίες ενεργειών και δεν πρέπει να αθροίζονται ως ενιαίο ποσό αποζημιώσεων.
Παρά τις πληρωμές, εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα για την τελική αξία που θα ανακτήσουν όλοι οι επενδυτές.
Η διαδικασία εξαρτάται από τις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων, τη ρευστότητα της αγοράς και τις εξελίξεις στις δικαστικές έρευνες.
Το κόστος για την τουρκική οικονομία και τους ξένους επενδυτές
Η κατάρρευση των επενδυτικών κεφαλαίων συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία προσπαθεί να σταθεροποιήσει την οικονομία της και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.
Η προσπάθεια περιορισμού του πληθωρισμού, η νομισματική πολιτική και η ανάγκη προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων αποτελούν βασικές προτεραιότητες της οικονομικής ομάδας του Μεχμέτ Σιμσέκ.
Η αποκάλυψη πιθανών οργανωμένων μηχανισμών χειραγώγησης υπονομεύει αυτή την προσπάθεια, επειδή δημιουργεί ερωτήματα για την ποιότητα της εταιρικής διακυβέρνησης και την αξιοπιστία των εποπτικών αρχών.
Η χρηματιστηριακή κρίση είχε ήδη οδηγήσει τον βασικό δείκτη της Κωνσταντινούπολης σε έντονη πτώση, με τον Σεπτέμβριο να καταγράφεται ως ιδιαίτερα αρνητικός μήνας.
Οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές εξετάζουν όχι μόνο τις αποδόσεις που μπορεί να προσφέρει μια αγορά, αλλά και τη δυνατότητα αξιόπιστης αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, την προστασία των μετόχων και την εφαρμογή των κανόνων.
Όταν η εμπιστοσύνη σε αυτούς τους μηχανισμούς αποδυναμώνεται, η προσέλκυση μακροπρόθεσμων κεφαλαίων γίνεται δυσκολότερη.
Η επόμενη δοκιμασία για τον Ερντογάν
Η κρίση των 20 δισ. δολαρίων εξελίσσεται ταυτόχρονα σε οικονομική, δικαστική και πολιτική υπόθεση.
Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε συλλήψεις, δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων και επιστροφές χρημάτων, ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης περιγράφει ένα εκτεταμένο δίκτυο με διασυνδέσεις στη χρηματοοικονομική γραφειοκρατία.
Παραμένουν, ωστόσο, ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα: ποιοι αποκόμισαν τα μεγαλύτερα κέρδη, πότε ενημερώθηκαν οι εποπτικές αρχές για τις ύποπτες συναλλαγές, ποια ήταν η διαδρομή των κεφαλαίων και ποιο μέρος των αποταμιεύσεων θα επιστραφεί τελικά.
Η απάντηση δεν αφορά μόνο τους εκατοντάδες χιλιάδες επενδυτές που επλήγησαν.
Αφορά και τη δυνατότητα της Τουρκίας να πείσει τις διεθνείς αγορές ότι οι κανόνες λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού της συστήματος εφαρμόζονται ανεξάρτητα από πολιτικές σχέσεις και οικονομική επιρροή.
Ο Ακίν Γκιουρλέκ έχει δεσμευτεί ότι οι αρχές θα συνεχίσουν την αναζήτηση περιουσιακών στοιχείων, ακόμη και εάν χρήματα έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό.
Από την έκβαση αυτών των ερευνών και τη διαφάνεια της διαδικασίας αποζημιώσεων θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην τουρκική κεφαλαιαγορά.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο