Moody’s: Δεν απειλούνται οι ελληνικές τράπεζες από τα δάνεια Κατσέλη
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Moody’s: Δεν απειλούνται οι ελληνικές τράπεζες από τα δάνεια Κατσέλη
Διαχειρίσιμη θεωρεί η Moody’s την επιβάρυνση που προκύπτει για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες από τη νέα νομοθετική ρύθμιση για τα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί με βάση τον νόμο Κατσέλη.
Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, το εκτιμώμενο κόστος των περίπου 700 εκατ. ευρώ δεν απειλεί τα πιστωτικά προφίλ, τη φερεγγυότητα ή την πορεία της κερδοφορίας των τραπεζών, παρά το γεγονός ότι θα οδηγήσει σε πρόσθετες προβλέψεις.
Τι αλλάζει με τη νέα ρύθμιση
Η Moody’s υπενθυμίζει ότι στις 24 Ιουνίου το ελληνικό Κοινοβούλιο επικύρωσε τροπολογία για τα στεγαστικά δάνεια που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη.
Με τη νέα ρύθμιση, οι τόκοι δεν θα υπολογίζονται πλέον επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, αλλά επί της μηνιαίας δόσης που έχει οριστεί με δικαστική απόφαση.
Η ρύθμιση εφαρμόζεται αναδρομικά και προβλέπει ότι οι τόκοι που έχουν καταβληθεί καθ’ υπέρβαση από ενήμερους δανειολήπτες θα θεωρούνται ήδη εξοφλημένο κεφάλαιο. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται το υπόλοιπο των δανείων και συντομεύεται η διάρκεια αποπληρωμής τους.
Η παρέμβαση ακολουθεί τη σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου τον Φεβρουάριο.
Στα 700 εκατ. ευρώ το συνολικό κόστος
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το συνολικό κόστος για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, δηλαδή Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, εκτιμάται σε περίπου 700 εκατ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 500 εκατ. ευρώ αφορούν την απώλεια μελλοντικών εσόδων από τόκους σε αναδιαρθρωμένα στεγαστικά δάνεια ύψους περίπου 16,5 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 20 ετών.
Τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ συνδέονται με την αναδρομική αναγνώριση τόκων που είχαν καταβληθεί καθ’ υπέρβαση από δανειολήπτες.
Γιατί η Moody’s θεωρεί διαχειρίσιμη την επιβάρυνση
Κατά τη Moody’s, η επιβάρυνση δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα των ελληνικών τραπεζών.
Τα 500 εκατ. ευρώ που αφορούν τα διαφυγόντα μελλοντικά έσοδα από τόκους αναμένεται να απορροφηθούν μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», ώστε να καλυφθούν τυχόν ελλείμματα στις πληρωμές δανείων του νόμου Κατσέλη και να μην επηρεαστεί η εξυπηρέτηση των κρατικά εγγυημένων senior notes που κατέχουν οι τράπεζες.
Τα υπόλοιπα 200 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι θα επιμεριστούν περίπου ισομερώς μεταξύ τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης δανείων, χωρίς δημοσιονομική επιβάρυνση για το Δημόσιο.
Πρόσθετες προβλέψεις στο τρίτο τρίμηνο
Οι αναλυτές της Moody’s αναμένουν ότι οι τέσσερις τράπεζες θα σχηματίσουν πρόσθετες εφάπαξ προβλέψεις στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2026, ώστε να καλύψουν το μερίδιο του κόστους που τους αναλογεί.
Η άμεση επιβάρυνση θεωρείται περιορισμένη σε σχέση με τα συνολικά έσοδα προ προβλέψεων των τραπεζών, τα οποία ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον οίκο, το κόστος μπορεί να απορροφηθεί από τις υφιστάμενες πρόσθετες προβλέψεις που έχουν σχηματίσει οι διοικήσεις των τραπεζών.
Ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα
Η Moody’s επισημαίνει επίσης ότι η επιβάρυνση παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα διαθέσιμα κεφαλαιακά περιθώρια των τραπεζών έναντι των απαιτήσεων της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης, γνωστής ως SREP.
Τον Μάρτιο του 2026, οι δείκτες Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (CET1) των ελληνικών τραπεζών κυμαίνονταν μεταξύ 13% και 17%, επίπεδα που θεωρούνται επαρκή για την απορρόφηση μιας τέτοιας εφάπαξ επιβάρυνσης.
Οι τρεις παράγοντες που μειώνουν τον κίνδυνο
Η Moody’s εντοπίζει τρεις διαρθρωτικούς λόγους που περιορίζουν τον κίνδυνο για τις ελληνικές τράπεζες.
Πρώτον, η πλειονότητα των στεγαστικών δανείων που προστατεύονται από τον νόμο Κατσέλη έχει ήδη αφαιρεθεί από τους ισολογισμούς των τραπεζών μέσω τιτλοποιήσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» την περίοδο 2019-2020. Έτσι, μόνο ένα μικρό υπολειπόμενο χαρτοφυλάκιο παραμένει άμεσα εκτεθειμένο στον νέο τρόπο υπολογισμού των τόκων.
Δεύτερον, η έκθεση των τραπεζών στις σχετικές τιτλοποιήσεις αφορά κυρίως τις ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, οι οποίες φέρουν κρατική εγγύηση. Αντίθετα, οι ομολογίες μεσαίας και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, που φέρουν το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου ταμειακών ροών, βρίσκονται κυρίως σε τρίτους επενδυτές.
Τρίτον, η αναδρομική ευθύνη των τραπεζών περιορίζεται στην περίοδο από τον Αύγουστο του 2010 έως την ημερομηνία τιτλοποίησης των δανείων, δηλαδή σε ένα σχετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα συγκεκριμένα δάνεια παρέμεναν στους ισολογισμούς τους.
Οι τρεις κίνδυνοι που παρακολουθεί ο οίκος
Παρότι το βασικό σενάριο της Moody’s είναι ότι το κόστος είναι διαχειρίσιμο, ο οίκος παρακολουθεί τρεις δυνητικούς κινδύνους.
Ο πρώτος αφορά το ενδεχόμενο δικαστικών προσφυγών, εάν αμφισβητηθεί επιτυχώς στο Συμβούλιο της Επικρατείας η εξαίρεση που στερεί το δικαίωμα επιστροφής χρημάτων σε δανειολήπτες των οποίων οι ρυθμίσεις έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και μη εξυπηρετούμενες.
Ο δεύτερος αφορά πιθανή διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της ρύθμισης, εάν δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό ή σε διμερείς αναδιαρθρώσεις επιχειρήσουν, μέσω πιλοτικών δικών, να επικαλεστούν την απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο τρίτος κίνδυνος συνδέεται με πιθανή αναθεώρηση του συνολικού κόστους, καθώς υπάρχει απόκλιση μεταξύ της κυβερνητικής εκτίμησης των 700 εκατ. ευρώ και εκτιμήσεων του κλάδου που φθάνουν έως και το 1,3 δισ. ευρώ, βάσει μελέτης της KPMG για λογαριασμό της ένωσης των εταιρειών διαχείρισης δανείων στην Ελλάδα.
Δεν αλλάζει το βασικό σενάριο της Moody’s
Παρά τους κινδύνους, η Moody’s ξεκαθαρίζει ότι κανένας από αυτούς δεν περιλαμβάνεται στο βασικό της σενάριο.
Οι αναλυτές του οίκου σημειώνουν ότι, εάν κάποιος από τους παραπάνω κινδύνους υλοποιηθεί, τότε θα επανεξεταστεί η αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων στα πιστωτικά προφίλ των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών.
Προς το παρόν, όμως, η εκτίμηση παραμένει ότι η νέα ρύθμιση για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη δημιουργεί κόστος, αλλά όχι απειλή για τη σταθερότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο