Διεθνής Οικονομία

Η Moody’s τραβά την κουρτίνα: Τέλος το φθηνό χρήμα – Μεγάλη ανατιμολόγηση ρίσκου στις αγορές

Η Moody’s τραβά την κουρτίνα: Τέλος το φθηνό χρήμα – Μεγάλη ανατιμολόγηση ρίσκου στις αγορές

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Η Moody’s τραβά την κουρτίνα: Τέλος το φθηνό χρήμα – Μεγάλη ανατιμολόγηση ρίσκου στις αγορές

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Κρατικά ομόλογα, εταιρικό χρέος, μετοχές, ενέργεια και κρίσιμα μέταλλα εισέρχονται σε έναν νέο κύκλο αποτιμήσεων. Η Moody’s προειδοποιεί ότι η εποχή των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων έχει κλείσει, ενώ τεχνητή νοημοσύνη, άμυνα, ηλεκτρικά δίκτυα και γεωπολιτική ασφάλεια αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη.

Οι αγορές ξυπνούν σε έναν διαφορετικό κόσμο

Μια γενικευμένη και πιθανότατα μακρά διαδικασία ανατιμολόγησης του επενδυτικού κινδύνου βρίσκεται σε εξέλιξη στις διεθνείς αγορές, καθώς η παγκόσμια οικονομία εγκαταλείπει οριστικά το καθεστώς που κυριάρχησε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Το φθηνό χρήμα, οι σχεδόν μηδενικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, η άφθονη ρευστότητα και η πεποίθηση ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούσαν να απορροφήσουν κάθε αναταραχή δίνουν τη θέση τους σε ένα περιβάλλον:

  • υψηλότερων πραγματικών επιτοκίων,
  • μεγαλύτερης μεταβλητότητας του πληθωρισμού,
  • αυξημένων κρατικών δανειακών αναγκών,
  • ισχυρότερης βιομηχανικής πολιτικής,
  • γεωπολιτικού κατακερματισμού,
  • και τεράστιων επενδύσεων σε τεχνολογία, άμυνα και ενεργειακή ασφάλεια.

Η Moody’s περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως ένα νέο μακροοικονομικό καθεστώς, μέσα στο οποίο οι επενδυτές δεν μπορούν πλέον να αποτιμούν τα περιουσιακά στοιχεία με τους κανόνες της προηγούμενης δεκαετίας. Οι υψηλότερες δαπάνες για τεχνητή νοημοσύνη, υποδομές, άμυνα και κρίσιμα ορυκτά αυξάνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης, την ώρα που η διαθέσιμη αποταμίευση δεν επαρκεί πάντα για να καλύψει τον νέο επενδυτικό κύκλο.

Η μεγάλη αποκάλυψη πίσω από τα ιστορικά υψηλά των μετοχών

Η εικόνα των αγορών μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιφατική.

Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται, ο πληθωρισμός παραμένει ευμετάβλητος, τα δημοσιονομικά ελλείμματα διευρύνονται και το κόστος χρηματοδότησης έχει αυξηθεί αισθητά. Παρ’ όλα αυτά, μεγάλοι χρηματιστηριακοί δείκτες εξακολουθούν να κινούνται κοντά σε ιστορικά υψηλά.

Η Moody’s εκτιμά ότι η απάντηση βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια των δεικτών.

Δεν ανεβαίνουν όλες οι εταιρείες, ούτε αποτιμώνται θετικά όλοι οι κλάδοι. Τα κεφάλαια συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές της οικονομίας, όπως:

  • η τεχνητή νοημοσύνη,
  • οι ημιαγωγοί,
  • τα κέντρα δεδομένων,
  • η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας,
  • τα δίκτυα μεταφοράς,
  • η αμυντική βιομηχανία,
  • τα κρίσιμα μέταλλα,
  • και οι στρατηγικές υποδομές.

Αντίθετα, επιχειρήσεις με υψηλή μόχλευση, χαμηλή παραγωγικότητα ή ανεπαρκή πρόσβαση στις νέες τεχνολογικές και ενεργειακές αλυσίδες αξίας αντιμετωπίζουν δυσμενέστερη ανατιμολόγηση.

Η αγορά, επομένως, δεν αγνοεί τον κίνδυνο. Τον κατανέμει με πολύ πιο επιλεκτικό τρόπο.

Μόνιμο σοκ στα κρατικά ομόλογα

Η σημαντικότερη αλλαγή καταγράφεται στην αγορά κρατικού χρέους.

Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων στις ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν ανέλθει σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί επί πολλά χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες. Η εξέλιξη αυτή δεν αποδίδεται πλέον αποκλειστικά στις προσωρινές αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.

Αντανακλά βαθύτερους παράγοντες:

Πρώτον, οι κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερα κεφάλαια για άμυνα, υγεία, κοινωνική πολιτική, ενεργειακές υποδομές και πράσινη μετάβαση.

Δεύτερον, η προσφορά κρατικών τίτλων αυξάνεται, καθώς μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα απαιτούν διαρκείς εκδόσεις χρέους.

Τρίτον, οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη αποζημίωση για να δεσμεύσουν κεφάλαια σε τίτλους μεγάλης διάρκειας.

Τέταρτον, ο πληθωρισμός θεωρείται πλέον περισσότερο ασταθής και λιγότερο προβλέψιμος σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.

Πέμπτον, η σταδιακή απόσυρση των κεντρικών τραπεζών από τις μαζικές αγορές ομολόγων αφαιρεί έναν από τους μεγαλύτερους σταθερούς αγοραστές της αγοράς.

Η διεθνής αγορά ομολόγων έχει ήδη δείξει αυτή τη μετάβαση, με ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, στην Ιαπωνία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς επενδυτές συνυπολογίζουν δημοσιονομικούς κινδύνους, επίμονο πληθωρισμό και γεωπολιτική ένταση.

Το κρατικό ομόλογο δεν είναι πλέον το απόλυτο ασφαλές καταφύγιο

Για δεκαετίες, τα κρατικά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης λειτουργούσαν ως βασικό μέσο προστασίας των επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Όταν υποχωρούσαν οι μετοχές, τα ομόλογα συνήθως ενισχύονταν. Αυτή η αρνητική συσχέτιση επέτρεπε στους επενδυτές να περιορίζουν τις απώλειές τους μέσω της παραδοσιακής διαφοροποίησης.

Το νέο πληθωριστικό περιβάλλον, όμως, έχει αποδυναμώσει αυτή τη σχέση.

Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι επενδυτές μπορούν να πουλήσουν ταυτόχρονα τόσο μετοχές όσο και ομόλογα, καθώς:

  • οι μελλοντικές εταιρικές ταμειακές ροές προεξοφλούνται με υψηλότερο επιτόκιο,
  • οι παλαιότεροι τίτλοι σταθερού εισοδήματος χάνουν αξία,
  • και οι αγορές φοβούνται νέες αυξήσεις επιτοκίων.

Αυτό σημαίνει ότι η κατοχή κρατικού χρέους δεν εξαλείφει αυτόματα τον κίνδυνο. Αντίθετα, η διάρκεια, η δημοσιονομική αξιοπιστία του εκδότη και οι πληθωριστικές προσδοκίες αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα.

Το κόστος δανεισμού των κρατών θα παραμείνει υψηλότερο

Η Moody’s θεωρεί πιθανό ότι το κόστος χρηματοδότησης των κυβερνήσεων θα παραμείνει δομικά υψηλότερο σε σχέση με την περίοδο 2010–2021.

Αυτό δημιουργεί μια δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση.

Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν:

  • αυξημένες αμυντικές δαπάνες,
  • γήρανση του πληθυσμού,
  • ενεργειακή μετάβαση,
  • ψηφιακές υποδομές,
  • υγειονομικά συστήματα,
  • επιδοτήσεις στρατηγικών βιομηχανιών,
  • και αναχρηματοδότηση παλαιότερου χρέους.

Όσο μεγαλύτερο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων, τόσο μικρότερο παραμένει το δημοσιονομικό περιθώριο για αναπτυξιακές ή κοινωνικές πολιτικές.

Η ανατιμολόγηση του κρατικού κινδύνου δεν αφορά επομένως μόνο τις αγορές. Μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας φόρους, δημόσιες επενδύσεις, πιστωτική επέκταση και πολιτική σταθερότητα.

Γιατί τα εταιρικά ομόλογα κρατούν ακόμη

Σε αντίθεση με την έντονη ανατιμολόγηση των κρατικών ομολόγων, τα spreads σε μεγάλο τμήμα της εταιρικής αγοράς παραμένουν σχετικά περιορισμένα.

Η ανθεκτικότητα αυτή βασίζεται κυρίως σε τρεις παράγοντες.

Ισχυρή κερδοφορία

Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν να παρουσιάζουν ισχυρές ταμειακές ροές, υψηλά περιθώρια κέρδους και επαρκή ρευστότητα.

Καλύτερη ποιότητα της δημόσιας αγοράς ομολόγων

Ένα μέρος των πιο επικίνδυνων ή χαμηλότερης αξιολόγησης εταιρειών έχει μετακινηθεί προς το private credit. Ως αποτέλεσμα, η μέση πιστωτική ποιότητα των τίτλων που διαπραγματεύονται στις οργανωμένες αγορές εμφανίζεται ισχυρότερη.

Προσδοκία κρατικής παρέμβασης

Οι επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι σε περίπτωση συστημικής αναταραχής, οι κεντρικές τράπεζες ή οι κυβερνήσεις θα παρέμβουν για να περιορίσουν τη μετάδοση της κρίσης.

Αυτή η τελευταία παραδοχή αποτελεί ταυτόχρονα στήριγμα και κίνδυνο. Οι αγορές μπορεί να εμφανίζονται ήρεμες επειδή προεξοφλούν έναν μηχανισμό διάσωσης που δεν είναι βέβαιο ότι θα ενεργοποιηθεί με την ίδια ταχύτητα ή ένταση όπως στο παρελθόν.

Το private credit κρύβει το ρίσκο από τα μάτια της αγοράς

Η ταχεία ανάπτυξη του private credit έχει αλλάξει τη δομή της εταιρικής χρηματοδότησης.

Επιχειρήσεις που παλαιότερα θα εξέδιδαν ομόλογα υψηλής απόδοσης ή θα δανείζονταν από τράπεζες στρέφονται πλέον σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία παρέχουν δάνεια εκτός των δημόσιων αγορών.

Η μετατόπιση αυτή έχει ορισμένα πλεονεκτήματα:

  • μεγαλύτερη ευελιξία,
  • γρηγορότερες διαδικασίες,
  • εξατομικευμένους όρους,
  • και πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να εκδώσουν δημόσιο χρέος.

Δημιουργεί, όμως, και ένα νέο πρόβλημα διαφάνειας.

Οι τιμές των ιδιωτικών δανείων δεν αναπροσαρμόζονται καθημερινά όπως τα ομόλογα. Οι ενδεχόμενες ζημιές μπορούν επομένως να εμφανίζονται με καθυστέρηση, ενώ η πραγματική ποιότητα των χαρτοφυλακίων γίνεται δυσκολότερο να αξιολογηθεί.

Το ρίσκο δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει μεταφερθεί σε μια λιγότερο ορατή περιοχή του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται ο μεγαλύτερος μαγνήτης κεφαλαίων

Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο του νέου παγκόσμιου επενδυτικού κύκλου.

Τα κεφάλαια δεν κατευθύνονται μόνο στις εταιρείες ανάπτυξης λογισμικού. Μετακινούνται σε ολόκληρη την αλυσίδα που απαιτείται για να λειτουργήσει η νέα τεχνολογία:

  • προηγμένοι ημιαγωγοί,
  • εξοπλισμός παραγωγής μικροκυκλωμάτων,
  • κέντρα δεδομένων,
  • συστήματα ψύξης,
  • δίκτυα οπτικών ινών,
  • κυβερνοασφάλεια,
  • μονάδες ηλεκτροπαραγωγής,
  • και δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Moody’s εκτιμά ότι η ανάπτυξη της AI συνοδεύεται από αυξανόμενους πιστωτικούς κινδύνους και τεράστιες ανάγκες κεφαλαίου. Οι προσδοκίες των αγορών βασίζονται στην υπόθεση ότι οι δαπάνες αυτές θα μετατραπούν σε υψηλότερη παραγωγικότητα και κερδοφορία.

Το μεγάλο στοίχημα: Θα αποδώσουν τα τρισεκατομμύρια της AI;

Εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις σημερινές αποτιμήσεις.

Οι εταιρείες τεχνολογίας και οι μεγάλοι πάροχοι υπολογιστικού νέφους επενδύουν τεράστια ποσά σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, προχωρούν σε μεγάλες εκδόσεις εταιρικού χρέους για να χρηματοδοτήσουν κέντρα δεδομένων, ενεργειακή ισχύ και εξοπλισμό.

Η Moody’s έχει προβλέψει ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες που σχετίζονται με την AI μπορεί να αγγίξουν το 1 τρισ. δολάρια έως το 2027, ενώ ήδη καταγράφεται μεγάλη αύξηση των εκδόσεων χρέους από τους λεγόμενους hyperscalers.

Οι επενδυτές αποδέχονται σήμερα αυτές τις δαπάνες με την προσδοκία ότι:

  • η AI θα μειώσει το λειτουργικό κόστος,
  • θα αυξήσει την παραγωγικότητα,
  • θα δημιουργήσει νέες υπηρεσίες,
  • και θα ενισχύσει τα περιθώρια κέρδους.

Εάν οι αποδόσεις των επενδύσεων καθυστερήσουν ή αποδειχθούν μικρότερες των προσδοκιών, η ανατιμολόγηση μπορεί να είναι απότομη.

Δεν θα επηρεαστούν μόνο οι τεχνολογικές μετοχές. Θα πιεστούν εταιρικά ομόλογα, κατασκευαστές εξοπλισμού, εταιρείες ενέργειας, ακίνητα κέντρων δεδομένων και ολόκληρες εφοδιαστικές αλυσίδες που σήμερα στηρίζονται στην υπόθεση μιας διαρκούς έκρηξης της AI.

Η άμυνα μετατρέπεται από κόστος σε επενδυτικό κλάδο

Η δεύτερη μεγάλη μεταφορά κεφαλαίων αφορά την αμυντική βιομηχανία.

Η επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη και ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας αλλάζουν την επενδυτική αντιμετώπιση του κλάδου.

Η άμυνα δεν θεωρείται πλέον ένας περιορισμένος ή πολιτικά ευαίσθητος τομέας. Αντιμετωπίζεται ως:

  • στρατηγική βιομηχανία,
  • εργαλείο εθνικής ασφάλειας,
  • πηγή τεχνολογικής καινοτομίας,
  • και σταθερή αγορά με πολυετείς κρατικές συμβάσεις.

Τα κεφάλαια κατευθύνονται σε:

  • πυρομαχικά,
  • αεράμυνα,
  • drones,
  • δορυφορικά συστήματα,
  • κυβερνοάμυνα,
  • ηλεκτρονικό πόλεμο,
  • ναυπηγική,
  • και τεχνολογίες διπλής χρήσης.

Η κρατική βιομηχανική πολιτική αποκτά εδώ καθοριστική σημασία. Οι κυβερνήσεις δεν περιορίζονται στη δημιουργία ζήτησης. Χρηματοδοτούν γραμμές παραγωγής, εγγυώνται συμβόλαια και επιδιώκουν να επαναφέρουν στρατηγικές εφοδιαστικές αλυσίδες στο εσωτερικό τους.

Η ηλεκτροδότηση δημιουργεί έναν νέο επενδυτικό υπερκύκλο

Η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης, των κέντρων δεδομένων, της ηλεκτροκίνησης και της βιομηχανικής επαναφοράς αυξάνει δραματικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων. Αφορά τη δημιουργία ενός πολύ μεγαλύτερου, ισχυρότερου και ψηφιοποιημένου ηλεκτρικού συστήματος.

Οι επενδύσεις μετακινούνται προς:

  • δίκτυα μεταφοράς και διανομής,
  • καλώδια υψηλής τάσης,
  • συστήματα αποθήκευσης,
  • μετασχηματιστές,
  • ανανεώσιμες πηγές,
  • φυσικό αέριο για εφεδρική ισχύ,
  • πυρηνική ενέργεια,
  • και έξυπνα συστήματα διαχείρισης φορτίου.

Ο κλάδος της ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπεται έτσι σε κρίσιμη υποδομή όχι μόνο για την πράσινη μετάβαση, αλλά και για την ψηφιακή κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια.

Χαλκός, αλουμίνιο και κρίσιμα ορυκτά στο επίκεντρο

Η νέα επενδυτική αρχιτεκτονική αντανακλάται άμεσα στις αγορές εμπορευμάτων.

Τα ηλεκτρικά δίκτυα, οι μονάδες ανανεώσιμης ενέργειας, τα ηλεκτρικά οχήματα, τα κέντρα δεδομένων και τα αμυντικά συστήματα χρειάζονται τεράστιες ποσότητες:

  • χαλκού,
  • αλουμινίου,
  • λιθίου,
  • νικελίου,
  • κοβαλτίου,
  • γραφίτη,
  • και σπάνιων γαιών.

Η Moody’s επισημαίνει ότι η ισχυρή αύξηση της ζήτησης κρίσιμων ορυκτών δημιουργεί ευκαιρίες για αναδυόμενες οικονομίες που διαθέτουν φυσικούς πόρους, ιδίως εφόσον μπορέσουν να περάσουν από την απλή εξόρυξη στην επεξεργασία και παραγωγή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η γεωγραφία των ορυκτών γίνεται συνεπώς μέρος της γεωπολιτικής.

Χώρες που ελέγχουν την εξόρυξη, τη διύλιση ή την επεξεργασία στρατηγικών μετάλλων αποκτούν αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ. Αντίθετα, οικονομίες που εξαρτώνται πλήρως από εισαγωγές αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερο κίνδυνο διακοπής εφοδιασμού.

Ο χρυσός αποκαλύπτει τον φόβο που κρύβεται στην αγορά

Η διατήρηση υψηλής ζήτησης για χρυσό αποτελεί ένδειξη ότι, παρά την άνοδο των μετοχών, οι επενδυτές δεν θεωρούν το παγκόσμιο περιβάλλον ασφαλές.

Ο χρυσός συνεχίζει να λειτουργεί ως προστασία απέναντι σε:

  • γεωπολιτικούς πολέμους,
  • δημοσιονομική αστάθεια,
  • νομισματική αβεβαιότητα,
  • πιθανή υποτίμηση νομισμάτων,
  • και αμφισβήτηση της αξίας του κρατικού χρέους.

Η ενίσχυσή του δίπλα σε υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις δεν είναι απαραίτητα αντίφαση.

Δείχνει ότι διαφορετικές ομάδες επενδυτών τοποθετούνται ταυτόχρονα στο ενδεχόμενο ισχυρής τεχνολογικής ανάπτυξης και στο ενδεχόμενο σοβαρής γεωπολιτικής ή δημοσιονομικής αναταραχής.

Πετρέλαιο και φυσικό αέριο με μόνιμο γεωπολιτικό ασφάλιστρο

Οι αγορές ενέργειας παραμένουν ίσως η πιο άμεση γέφυρα ανάμεσα στη γεωπολιτική και τον πληθωρισμό.

Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι κυρώσεις, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και οι εμπορικοί περιορισμοί επηρεάζουν άμεσα τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ένα σοβαρό επεισόδιο στα Στενά του Ορμούζ, για παράδειγμα, θα μπορούσε να προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών της ενέργειας, να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να καθυστερήσει τις μειώσεις επιτοκίων.

Το γεωπολιτικό ασφάλιστρο δεν είναι επομένως μία πρόσκαιρη προσαύξηση. Μετατρέπεται σε διαρθρωτικό στοιχείο των ενεργειακών αποτιμήσεων.

Η Moody’s θεωρεί ότι οι ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια οδηγούν σε πιο πραγματιστική πολιτική μετάβασης, όπου οι επενδύσεις σε χαμηλές εκπομπές συνυπάρχουν με πρόσθετες δαπάνες σε συμβατικές πηγές ενέργειας και υποδομές εφοδιασμού.

Η γεωοικονομία αντικαθιστά την παγκοσμιοποίηση χωρίς όρους

Οι αγορές δεν αποτιμούν πλέον μόνο έσοδα, κέρδη και επιτόκια. Αποτιμούν επίσης:

  • τη χώρα προέλευσης μιας εταιρείας,
  • τις σχέσεις της κυβέρνησής της με τις ΗΠΑ, την Κίνα ή την Ευρώπη,
  • την πρόσβαση σε στρατηγικές πρώτες ύλες,
  • την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας,
  • τον κίνδυνο κυρώσεων,
  • και τη δυνατότητα κρατικής στήριξης.

Η γεωοικονομία —η χρήση εμπορίου, τεχνολογίας, χρηματοδότησης και βιομηχανικής πολιτικής ως εργαλείων ισχύος— διαμορφώνει πλέον τις επενδυτικές αποφάσεις.

Η οικονομική αποτελεσματικότητα δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να πληρώσουν υψηλότερο κόστος για να εξασφαλίσουν:

  • εγχώρια παραγωγή,
  • στρατηγική αυτονομία,
  • τεχνολογική ασφάλεια,
  • ενεργειακή επάρκεια,
  • και πολιτική ανθεκτικότητα.

Αυτή η μετάβαση επιταχύνει τον κατακερματισμό της παγκόσμιας οικονομίας και δημιουργεί διαφορετικές ζώνες κεφαλαίου, εμπορίου και τεχνολογίας

Οι νικητές του νέου καθεστώτος

Το νέο περιβάλλον ευνοεί εταιρείες και οικονομίες που διαθέτουν:

  • τεχνολογική υπεροχή,
  • πρόσβαση σε φθηνή και αξιόπιστη ενέργεια,
  • κρίσιμες πρώτες ύλες,
  • ισχυρή κρατική στήριξη,
  • υγιείς ισολογισμούς,
  • και δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων με ανταγωνιστικό κόστος.

Οι μεγαλύτερες εισροές ενδέχεται να συνεχίσουν να κατευθύνονται σε:

  • παραγωγούς ημιαγωγών,
  • εταιρείες υποδομών AI,
  • αμυντικούς ομίλους,
  • ηλεκτρικά δίκτυα,
  • παραγωγούς ενέργειας,
  • ορυχεία και εταιρείες επεξεργασίας μετάλλων,
  • κυβερνοασφάλεια,
  • και βιομηχανική αυτοματοποίηση.

Αντίθετα, οι χαμένοι θα είναι εκείνοι που αντιμετωπίζουν υψηλό χρέος, ασθενή παραγωγικότητα, ενεργειακή εξάρτηση ή αδυναμία προσαρμογής στις νέες τεχνολογικές απαιτήσεις.

Η μεγάλη απειλή των υπερβολικών αποτιμήσεων

Η νέα οικονομική εποχή δημιουργεί πραγματικές επενδυτικές ευκαιρίες, αλλά δεν εγγυάται ότι όλες οι σημερινές τιμές είναι δικαιολογημένες.

Η Moody’s επισημαίνει ότι η διατήρηση των αποτιμήσεων εξαρτάται από μια σειρά εύθραυστων παραδοχών:

  • ότι οι επενδύσεις στην AI θα αυξήσουν γρήγορα την παραγωγικότητα,
  • ότι η εταιρική κερδοφορία θα παραμείνει ισχυρή,
  • ότι το κόστος χρηματοδότησης δεν θα αυξηθεί υπερβολικά,
  • ότι το private credit δεν θα εμφανίσει συστημικές ζημιές,
  • και ότι οι γεωπολιτικές συγκρούσεις δεν θα οδηγήσουν σε σοβαρή ενεργειακή ή εμπορική διαταραχή.

Αρκεί μία από αυτές τις παραδοχές να ανατραπεί για να αρχίσει ένας νέος κύκλος ταχείας ανατιμολόγησης.

Οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν πλέον απεριόριστη ελευθερία

Στην προηγούμενη εποχή, οι κεντρικές τράπεζες μπορούσαν να μειώνουν τα επιτόκια και να αγοράζουν ομόλογα χωρίς να φοβούνται ιδιαίτερα την επιστροφή του πληθωρισμού.

Σήμερα η κατάσταση είναι πιο σύνθετη.

Σε περίπτωση χρηματοπιστωτικής κρίσης, θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα:

  • στη στήριξη της οικονομίας,
  • στη σταθερότητα των αγορών,
  • και στον έλεγχο του πληθωρισμού.

Εάν μειώσουν γρήγορα τα επιτόκια, μπορεί να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Εάν τα διατηρήσουν υψηλά, μπορεί να επιδεινώσουν τις χρεοκοπίες, τις δημοσιονομικές πιέσεις και την πτώση των επενδύσεων.

Το περίφημο «δίχτυ ασφαλείας» των κεντρικών τραπεζών παραμένει, αλλά είναι λιγότερο αξιόπιστο και περισσότερο πολιτικά περιορισμένο.

Τι σημαίνει η ανατιμολόγηση για την Ευρώπη

Η Ευρώπη βρίσκεται στην καρδιά αυτής της αλλαγής.

Από τη μία πλευρά, διαθέτει ισχυρές βιομηχανικές βάσεις, προηγμένη τεχνογνωσία, αμυντικές εταιρείες, ηλεκτρικά δίκτυα και θεσμική χρηματοδοτική ικανότητα.

Από την άλλη, αντιμετωπίζει:

  • υψηλότερο ενεργειακό κόστος από τις ΗΠΑ,
  • δημογραφική γήρανση,
  • αργή αύξηση παραγωγικότητας,
  • κατακερματισμένες κεφαλαιαγορές,
  • περιορισμένη παρουσία στους προηγμένους ημιαγωγούς,
  • και αυξημένες ανάγκες άμυνας.

Η ευρωπαϊκή απάντηση θα απαιτήσει περισσότερες κοινές επενδύσεις, ενιαία αγορά κεφαλαίων, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και καλύτερο συντονισμό στη βιομηχανική πολιτική.

Χωρίς αυτά, η Ευρώπη κινδυνεύει να χρηματοδοτεί ακριβότερα την ενεργειακή και αμυντική της μετάβαση, ενώ τα μεγαλύτερα τεχνολογικά κέρδη θα συγκεντρώνονται σε άλλες οικονομίες.

Η Moody’s τραβά την κουρτίνα

Το βασικό μήνυμα της ανάλυσης είναι ότι οι αγορές δεν βρίσκονται μπροστά σε μία προσωρινή διόρθωση, αλλά σε μια δομική μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αποτιμάται ο κίνδυνος.

Τα υψηλότερα επιτόκια, η κρατική παρέμβαση, η τεχνολογική κούρσα, η άμυνα, η ενεργειακή ασφάλεια και τα κρίσιμα ορυκτά δεν αποτελούν ξεχωριστές τάσεις.

Είναι κομμάτια του ίδιου νέου καθεστώτος.

Σε αυτόν τον κόσμο:

  • τα κράτη θα δανείζονται ακριβότερα,
  • οι εταιρείες θα κρίνονται αυστηρότερα,
  • τα κεφάλαια θα συγκεντρώνονται σε στρατηγικούς κλάδους,
  • η γεωπολιτική θα ενσωματώνεται στις αποτιμήσεις,
  • και οι επενδυτές θα απαιτούν μεγαλύτερη ανταμοιβή για κάθε μονάδα κινδύνου.

Η μεγάλη ερώτηση δεν είναι πλέον πότε θα επιστρέψουν οι αγορές στην παλιά κανονικότητα.

Η παλιά κανονικότητα πιθανότατα δεν επιστρέφει.

Το πραγματικό στοίχημα είναι εάν οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται σήμερα στην τεχνητή νοημοσύνη, στην άμυνα, στην ενέργεια και στις υποδομές θα παράγουν αρκετή ανάπτυξη και παραγωγικότητα ώστε να δικαιολογήσουν το υψηλότερο κόστος κεφαλαίου.

Εάν το πετύχουν, ο νέος κύκλος μπορεί να οδηγήσει σε μια περίοδο ισχυρότερης παραγωγικής ανάπτυξης.

Εάν αποτύχουν, η «γενική ανατιμολόγηση ρίσκου» που περιγράφει η Moody’s μπορεί να αποδειχθεί μόνο η αρχή μιας πολύ βαθύτερης διόρθωσης στις διεθνείς αγορές.

Πηγή: pagenews.gr
Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο