Γεωπολιτικά

Οι κυρώσεις είναι τελικά το ισχυρότερο όπλο των ΗΠΑ κατά του Ιράν;

Οι κυρώσεις είναι τελικά το ισχυρότερο όπλο των ΗΠΑ κατά του Ιράν;

Πηγή Φωτογραφίας: Treasury Secretary Scott Bessent. Photo: Andrew Harnik/Getty Images//Οι κυρώσεις είναι τελικά το ισχυρότερο όπλο των ΗΠΑ κατά του Ιράν;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Αποκάλυψη του Axios: Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο οικονομικός πόλεμος, ο ναυτικός αποκλεισμός και το χτύπημα στα πετρελαϊκά έσοδα μπορεί να προκαλέσουν βαθύτερη ζημιά στο καθεστώς από μια παρατεταμένη αεροπορική εκστρατεία.

Ο Τραμπ «στραγγαλίζει» το Ιράν χωρίς βόμβες: Οι κυρώσεις που τρομάζουν περισσότερο την Τεχεράνη

Ο πόλεμος που δεν φαίνεται στις τηλεοπτικές εικόνες

Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί κατά του Ιράν κυριάρχησαν στην παγκόσμια επικαιρότητα. Ωστόσο, πίσω από τις εκρήξεις και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εξελίσσεται μια δεύτερη, λιγότερο θεαματική αλλά πιθανώς πιο καταστροφική επίθεση.

Πρόκειται για τον οικονομικό στραγγαλισμό της Τεχεράνης.

Σύμφωνα με το Axios, ανώτατοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ πιστεύουν ότι οι κυρώσεις, η πίεση στο πετρελαϊκό εμπόριο, ο περιορισμός της πρόσβασης σε συνάλλαγμα και ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός μπορεί τελικά να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημιά στο ιρανικό καθεστώς από τις βόμβες.

Η αμερικανική εκτίμηση είναι ότι η Τεχεράνη δεν αναζητεί μόνο ασφάλεια από νέες επιθέσεις. Αναζητεί πρωτίστως χρήμα, πρόσβαση σε παγωμένα περιουσιακά στοιχεία και χαλάρωση των κυρώσεων.

«Θέλουν πρώτα τα χρήματα»

Η οικονομική διάσταση φέρεται να βρίσκεται στον πυρήνα των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων.

Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι, στις προηγούμενες επαφές με τους απεσταλμένους του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, η ιρανική πλευρά έθεσε ως βασική προτεραιότητα την αποκατάσταση της πρόσβασής της στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η Τεχεράνη επιδιώκει:

  • αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων,
  • ελάφρυνση των περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου,
  • δυνατότητα διεθνών συναλλαγών,
  • εγγυήσεις ότι οι ΗΠΑ δεν θα επαναλάβουν τις στρατιωτικές επιθέσεις.

Ο Τραμπ, από την άλλη πλευρά, δεν θέλει να εμφανιστεί ότι επιβραβεύει το Ιράν για την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, απαιτεί την παράδοση του εναπομείναντος πυρηνικού υλικού της χώρας ως βασικό όρο οποιασδήποτε συμφωνίας.

Η παύση των βομβαρδισμών ανοίγει το παζάρι

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέστειλε τις επιθέσεις κατά του Ιράν μετά από δεκατρείς συνεχόμενες ημέρες βομβαρδισμών, δηλώνοντας ότι θέλει να δώσει χώρο στη διπλωματία.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Τεχεράνη ζήτησε συνάντηση για την επίτευξη συμφωνίας, αν και το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών διέψευσε ότι υπήρξε τέτοιο επίσημο αίτημα. Την ίδια στιγμή, το Ομάν, το Κατάρ και το Πακιστάν επιχειρούν να μετατρέψουν την προσωρινή παύση των επιθέσεων σε πιο σταθερή εκεχειρία.

Στο τραπέζι βρίσκεται και μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πρόταση για τη διαχείριση της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ.

Το σχέδιο θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράν και στο Ομάν έναν βαθμό διοικητικής αρμοδιότητας και ενδεχομένως έσοδα από τη διαχείριση της διέλευσης, αντλώντας στοιχεία από το συνεργατικό μοντέλο που εφαρμόζουν Μαλαισία, Σιγκαπούρη και Ινδονησία στα Στενά της Μαλάκκας και της Σιγκαπούρης.

Ωστόσο, στο εσωτερικό του ιρανικού συστήματος φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές γραμμές: ορισμένοι επιδιώκουν συμφωνία, ενώ άλλοι θεωρούν ότι οποιαδήποτε παραχώρηση θα αποδυνάμωνε το βασικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης.

Η οικονομία του Ιράν μπαίνει σε επικίνδυνη ζώνη

Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να καταγράφουν αυξανόμενα προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας.

Μεταξύ αυτών αναφέρονται:

  • αδυναμία έγκαιρης πληρωμής μαχητών και συνεργαζόμενων δυνάμεων,
  • κίνδυνος μαζικών αναλήψεων από τις τράπεζες,
  • ελλείψεις καυσίμων,
  • πίεση στις χρηματοπιστωτικές ροές,
  • μεγαλύτερη δυσκολία χρηματοδότησης περιφερειακών συμμάχων και ενόπλων οργανώσεων.

Η εικόνα μιας πετρελαιοπαραγωγού δύναμης που αντιμετωπίζει ελλείψεις βενζίνης έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόβλημα· πλήττει και τη νομιμοποίηση του καθεστώτος απέναντι σε μια κοινωνία που βλέπει τον ενεργειακό πλούτο της χώρας να μην μετατρέπεται σε καθημερινή ευημερία.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ως στρατηγικό όπλο

Η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» έχει αποκτήσει πρωτοφανές εύρος.

Από τον Φεβρουάριο του 2025, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει επιβάλει κυρώσεις σε περίπου 1.000 πρόσωπα, πλοία και αεροσκάφη που συνδέονται με το Ιράν, στοχεύοντας το πετρελαϊκό εμπόριο, τον σκιώδη τραπεζικό μηχανισμό, τη ναυτιλία, την προμήθεια όπλων και τα δίκτυα αποφυγής κυρώσεων.

Μόνο το 2025, η OFAC είχε ήδη στοχεύσει περισσότερα από 875 πρόσωπα, πλοία και αεροσκάφη, ενώ οι νέες κυρώσεις του 2026 επεκτάθηκαν σε δίκτυα μεταφοράς πετρελαίου, ναυτιλιακές εταιρείες, χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές και προμηθευτές του ιρανικού πυραυλικού και στρατιωτικού προγράμματος.

Η στρατηγική είναι σαφής: η Ουάσιγκτον δεν θέλει απλώς να μειώσει τις εξαγωγές του Ιράν. Θέλει να αυξήσει το κόστος κάθε συναλλαγής, να αποκόψει τους μεσάζοντες και να μετατρέψει κάθε τράπεζα, ναυτιλιακή ή διυλιστήριο που συνεργάζεται με την Τεχεράνη σε πιθανό στόχο δευτερογενών κυρώσεων.

Το πετρέλαιο παραμένει η οικονομική αχίλλειος πτέρνα

Η ιρανική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από το πετρέλαιο και τα πετροχημικά.

Η αμερικανική πίεση επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτή την πηγή χρηματοδότησης. Το υπουργείο Οικονομικών έχει στοχεύσει δεκάδες δεξαμενόπλοια, εταιρείες-βιτρίνες, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και τραπεζικά δίκτυα που μεταφέρουν δισεκατομμύρια δολάρια από τις ιρανικές εξαγωγές.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη.

Σύμφωνα με εκτίμηση αναλυτή που επικαλείται το Axios, το Ιράν συγκέντρωσε περίπου 23 δισ. δολάρια από πετρελαϊκά έσοδα στο πρώτο εξάμηνο του έτους, ξεπερνώντας ακόμη και τις προβλέψεις του προϋπολογισμού του. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι το καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει διαδρομές εξαγωγών, παρά τις αυξανόμενες αμερικανικές κυρώσεις.

Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα των επικριτών της στρατηγικής: οι κυρώσεις μπορούν να επιδεινώσουν την καθημερινότητα των πολιτών χωρίς απαραίτητα να υποχρεώσουν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία να υποχωρήσει.

Το δίλημμα του Τραμπ: Χρόνος ή στρατιωτική κλιμάκωση

Η οικονομική πίεση χρειάζεται χρόνο.

Ένας πλήρης στρατιωτικός πόλεμος μπορεί να προκαλέσει άμεσες καταστροφές, αλλά συνοδεύεται από υψηλό κόστος, απώλειες, περιφερειακή αποσταθεροποίηση και κίνδυνο μακροχρόνιας εμπλοκής.

Οι κυρώσεις λειτουργούν πιο αργά, όμως:

  • περιορίζουν σταδιακά τη ρευστότητα,
  • δυσκολεύουν την πληρωμή στρατιωτικών και συμμάχων,
  • αυξάνουν το κόστος εισαγωγών,
  • πιέζουν το τραπεζικό σύστημα,
  • φθείρουν την κοινωνική αντοχή.

Η επιλογή αυτή, όμως, έχει και πολιτικό κόστος για τον Τραμπ. Μια μακροχρόνια αντιπαράθεση θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλές τις τιμές της βενζίνης και να αφήσει τους Ρεπουμπλικανούς να υπερασπίζονται έναν αντιδημοφιλή πόλεμο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου για τις ενδιάμεσες εκλογές.

Τα αμερικανικά αποθέματα όπλων μπαίνουν στην εξίσωση

Η αναστολή των βομβαρδισμών δεν συνδέθηκε μόνο με τη διπλωματία.

Σύμφωνα με το Axios, ο επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, ενημέρωσε τον Τραμπ για τις πιέσεις που δημιουργούσε η εκστρατεία στα αμερικανικά αποθέματα όπλων στην περιοχή ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης, με ιδιαίτερη έμφαση στους αναχαιτιστικούς πυραύλους αεράμυνας.

Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι τα συνολικά αποθέματα δεν είχαν εξαντληθεί, αλλά οποιαδήποτε ανάγκη μεταφοράς πυρομαχικών από άλλα μέτωπα δημιουργεί νέους στρατηγικούς κινδύνους.

Η οικονομική πίεση, επομένως, προσφέρει στον Λευκό Οίκο τη δυνατότητα να συνεχίσει την αντιπαράθεση χωρίς να καταναλώνει με τον ίδιο ρυθμό ακριβά και περιορισμένα στρατιωτικά αποθέματα.

Το υπουργείο Οικονομικών γίνεται ισχυρότερο από το Πεντάγωνο

Η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται στην πεποίθηση ότι η αμερικανική ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στα αεροσκάφη, στους πυραύλους και στα αεροπλανοφόρα. Βρίσκεται επίσης στο δολάριο, στις τράπεζες, στις ασφαλιστικές εταιρείες, στη ναυτιλιακή χρηματοδότηση και στην πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να καταστρέψει μια στρατιωτική εγκατάσταση μέσα σε λίγες ώρες. Μέσω των κυρώσεων, όμως, μπορεί να δυσκολέψει για μήνες ή χρόνια την πώληση πετρελαίου, τη μεταφορά χρημάτων, την εισαγωγή εξοπλισμού και τη χρηματοδότηση συμμάχων.

Αυτό εξηγεί γιατί, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, η Τεχεράνη μπορεί να φοβάται περισσότερο τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ από το ίδιο το υπουργείο Άμυνας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η οικονομική ασφυξία θα οδηγήσει σε παραχώρηση ή σε ακόμη πιο επιθετική αντίδραση.

Η «win-win» στρατηγική του Τραμπ

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη σημερινή κατάσταση ως διπλό πλεονέκτημα.

Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ διατηρούν τη δυνατότητα επανάληψης και κλιμάκωσης των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Από την άλλη, μπορούν να συνεχίσουν την οικονομική πίεση έως ότου το Ιράν αντιμετωπίσει τέτοιο πρόβλημα ρευστότητας ώστε να αναγκαστεί να διαπραγματευτεί.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λίβιτ δήλωσε στο Axios ότι ο Τραμπ προτιμά μια διπλωματική λύση, διατηρώντας όμως όλες τις επιλογές ανοικτές σε περίπτωση νέων ιρανικών ενεργειών στα Στενά του Ορμούζ ή κατά αμερικανικών συμμάχων.

Η λογική του Λευκού Οίκου είναι απλή:

είτε η Τεχεράνη θα επιστρέψει στο τραπέζι υπό οικονομική πίεση είτε θα αντιμετωπίσει ξανά τη στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώνει υπό κυρώσεις, να χρησιμοποιεί σκιώδεις εμπορικούς μηχανισμούς και να μεταφέρει μέρος του κόστους στην κοινωνία. Για αυτό και η οικονομική επίθεση μπορεί να είναι ισχυρότερη από τις βόμβες, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα αποδειχθεί ταχύτερη ή πολιτικά ασφαλέστερη.

Πηγή: pagenews.gr

Κώστας Καλλιαντέρης
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Κώστας Καλλιαντέρης Οικονομικός Συντάκτης
Εξειδικεύεται στην κάλυψη θεμάτων οικονομίας, επιχειρηματικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κατασκευών και αγορών. Παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αναλύοντας τις επιπτώσεις τους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και την πραγματική οικονομία. Διαθέτει εμπειρία στη δημοσιογραφική κάλυψη οικονομικού και πολιτικού ρεπορτάζ, καθώς και στη σύνταξη αναλυτικών άρθρων για την αγορά, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο