Η Αμερική χάνει τη στρατηγική της πυξίδα; Ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί να εκτροχιάσει το δόγμα Τραμπ
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Η Αμερική χάνει τη στρατηγική της πυξίδα; Ο πόλεμος με το Ιράν απειλεί να εκτροχιάσει το δόγμα Τραμπ
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει στις 2 Αυγούστου τα προγραμματισμένα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν, επικαλούμενος την προοπτική διπλωματικών επαφών, δεν αποτελεί απλώς μια τακτική αποκλιμάκωση. Αποκαλύπτει ένα βαθύτερο στρατηγικό δίλημμα που απασχολεί εδώ και χρόνια την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν αποτελεί απειλή. Είναι αν η Ουάσιγκτον επιτρέπει για ακόμη μία φορά στη Μέση Ανατολή να καθορίσει τη συνολική αμερικανική στρατηγική, τη στιγμή που ο ανταγωνισμός με την Κίνα και η αναδιάταξη της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος μεταφέρονται ολοένα και περισσότερο στον Ινδο-Ειρηνικό.
Από το «Pivot to Asia» στο νέο αμερικανικό δίλημμα
Παρά τις μεγάλες πολιτικές διαφορές μεταξύ των τελευταίων αμερικανικών κυβερνήσεων, υπάρχει μία σταθερά που παραμένει αμετάβλητη.
Τόσο ο Μπαράκ Ομπάμα με το περίφημο Pivot to Asia, όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ με το δόγμα America First, αναγνώρισαν ότι η μακροπρόθεσμη ισορροπία ισχύος δεν θα κριθεί στη Μέση Ανατολή αλλά στην Ασία.
Η αμερικανική Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας του 2025 τοποθετεί τον Ινδο-Ειρηνικό στο επίκεντρο του οικονομικού, τεχνολογικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού του 21ου αιώνα.
Η πραγματικότητα όμως αποδεικνύεται πιο σύνθετη.
Κάθε νέα κρίση στη Μέση Ανατολή απορροφά στρατιωτικούς πόρους, πολιτικό κεφάλαιο και διπλωματική προσοχή, μεταφέροντας ξανά το κέντρο βάρους της αμερικανικής στρατηγικής σε μια περιοχή από την οποία η Ουάσιγκτον επιδιώκει εδώ και χρόνια να περιορίσει την εμπλοκή της.
Το κόστος των «ατελείωτων πολέμων»
Οι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του στρατηγικού εγκλωβισμού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες:
- δαπάνησαν τρισεκατομμύρια δολάρια,
- έχασαν χιλιάδες στρατιωτικούς,
- αφιέρωσαν δύο δεκαετίες πολιτικής και στρατιωτικής προσοχής,
- χωρίς να δημιουργήσουν ένα σταθερό περιφερειακό σύστημα ασφαλείας.
Το μεγαλύτερο κόστος, ωστόσο, δεν ήταν μόνο οικονομικό.
Ήταν το κόστος ευκαιρίας.
Όσο η Ουάσιγκτον επένδυε στη Μέση Ανατολή, η Κίνα ενίσχυε τη βιομηχανική της βάση, το ναυτικό της, τις τεχνολογικές της δυνατότητες και την επιρροή της στον Ινδο-Ειρηνικό.
Οι Patriot που λείπουν από τον Ειρηνικό
Η σημερινή κρίση με το Ιράν καθιστά αυτή την εξίσωση εξαιρετικά απτή.
Οι συνεχείς επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή έχουν οδηγήσει σε σημαντική κατανάλωση πυραύλων Patriot και THAAD, δύο από τα σημαντικότερα αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά συστήματα των ΗΠΑ.
Αναλύσεις του Center for Strategic and International Studies (CSIS) έχουν προειδοποιήσει ότι η μείωση των αποθεμάτων θα μπορούσε να επηρεάσει την αμερικανική επιχειρησιακή ετοιμότητα σε ένα ενδεχόμενο σενάριο κρίσης με την Κίνα στον δυτικό Ειρηνικό.
Η στρατηγική εξίσωση γίνεται πλέον ιδιαίτερα σαφής:
Κάθε πύραυλος που καταναλώνεται στη Μέση Ανατολή είναι ένας πύραυλος λιγότερος διαθέσιμος για την Ταϊβάν ή τη Νότια Σινική Θάλασσα.
Η στρατηγική του Ισραήλ δεν ταυτίζεται πάντα με την αμερικανική
Η κρίση επαναφέρει και ένα δεύτερο, εξίσου ευαίσθητο ζήτημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ παραμένουν στενοί στρατηγικοί σύμμαχοι.
Ωστόσο, οι προτεραιότητες των δύο χωρών δεν είναι πάντοτε ταυτόσημες.
Για το Ισραήλ, το Ιράν αποτελεί άμεση υπαρξιακή απειλή.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν αποτελεί μία μόνο από πολλές στρατηγικές προκλήσεις, δίπλα:
- στην Κίνα,
- στη Ρωσία,
- στην ευρωπαϊκή ασφάλεια,
- στην κυβερνοασφάλεια,
- στην τεχνολογική υπεροχή,
- στην προστασία των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη στενή συνεργασία, οι δύο χώρες ενδέχεται να αξιολογούν διαφορετικά:
- πόση στρατιωτική πίεση απαιτείται,
- πόση κλιμάκωση είναι αποδεκτή,
- ποιο είναι το επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα.
Το επεισόδιο Νετανιάχου–Τραμπ
Η διαφορά αυτή έγινε εμφανής τον Ιούνιο.
Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε προσωπικά από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να αποφύγει νέα στρατιωτική απάντηση κατά του Ιράν ώστε να διατηρηθεί ανοιχτό το διπλωματικό παράθυρο.
Λίγο αργότερα, το Ισραήλ προχώρησε σε νέα πλήγματα.
Το περιστατικό δεν σημαίνει ότι η συμμαχία βρίσκεται σε κρίση.
Υπενθυμίζει όμως ότι ακόμη και οι στενότεροι σύμμαχοι δεν ταυτίζονται πάντοτε στις επιλογές τους.
Μπορεί η στρατιωτική ισχύς να λύσει το πυρηνικό ζήτημα;
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής πίεσης.
Τα πλήγματα μπορούν:
- να καταστρέψουν εγκαταστάσεις,
- να εξουδετερώσουν διοικητές,
- να καθυστερήσουν συγκεκριμένα προγράμματα.
Δεν μπορούν όμως από μόνα τους να εξαλείψουν τα πολιτικά κίνητρα που οδηγούν ένα κράτος στην ανάπτυξη στρατηγικών αποτρεπτικών δυνατοτήτων.
Οι μέχρι σήμερα εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών δείχνουν ότι, παρά τους μήνες στρατιωτικών επιχειρήσεων, η συνολική εικόνα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος δεν έχει μεταβληθεί θεαματικά.
Αυτό υποδηλώνει ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καθυστερήσει εξελίξεις, όχι όμως να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα.
Η αγορά πληρώνει κάθε νέα κλιμάκωση
Κάθε νέα ένταση παράγει και μια δεύτερη συνέπεια.
Την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές.
Οι κρίσεις στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν:
- τις τιμές του Brent,
- το κόστος μεταφοράς,
- τα ασφάλιστρα κινδύνου,
- τον πληθωρισμό,
- τις τιμές καυσίμων στις δυτικές οικονομίες.
Έτσι, μια περιφερειακή στρατιωτική κρίση αποκτά άμεσες οικονομικές επιπτώσεις για τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη India Today (@indiatoday)
Η μεγάλη στρατηγική δεν πρέπει να παρασύρεται από τις κρίσεις
Η ουσία της μεγάλης στρατηγικής είναι αντίστροφη από τη διαχείριση της καθημερινότητας.
Δεν πρέπει οι κρίσεις να καθορίζουν τη στρατηγική.
Η στρατηγική πρέπει να καθορίζει τον τρόπο αντιμετώπισης των κρίσεων.
Αυτό σημαίνει:
- σαφείς πολιτικούς στόχους,
- περιορισμένη χρήση στρατιωτικής ισχύος,
- διπλωματικά κανάλια αποκλιμάκωσης,
- διατήρηση πόρων για τις σημαντικότερες μελλοντικές απειλές.
Η πραγματική πρόκληση για την Ουάσιγκτον
Το μεγαλύτερο δίλημμα των Ηνωμένων Πολιτειών σήμερα δεν είναι αν θα στηρίξουν το Ισραήλ.
Αυτό θεωρείται δεδομένο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούν να στηρίξουν έναν σύμμαχο χωρίς να επιτρέψουν η περιφερειακή του ατζέντα να μετατραπεί αυτομάτως σε παγκόσμια αμερικανική στρατηγική.
Η στρατηγική αυτονομία μιας υπερδύναμης δεν σημαίνει απομάκρυνση από τους συμμάχους της.
Σημαίνει ότι διατηρεί την ικανότητα να αποφασίζει:
- πού αρχίζουν τα δικά της ζωτικά συμφέροντα,
- πού αυτά συμπίπτουν με των συμμάχων,
- και πού αρχίζουν να αποκλίνουν.

Το παράθυρο ευκαιρίας του Τραμπ
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να παγώσει προσωρινά τα νέα πλήγματα μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από μια τακτική παύση.
Μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία επαναφοράς της αμερικανικής στρατηγικής πειθαρχίας.
Η Ουάσιγκτον καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες:
από τη μία, την ανάγκη αποτροπής του Ιράν,
και από την άλλη, την υποχρέωση να μην επιτρέψει σε μια ακόμη κρίση της Μέσης Ανατολής να απορροφήσει τους πόρους που απαιτούνται για τον ανταγωνισμό με την Κίνα, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη διατήρηση της παγκόσμιας αμερικανικής ισχύος.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο