ΗΠΑ–Ιράν: Ο πόλεμος περνά στην οικονομία – Πληθωρισμός 66% και το Ορμούζ ως τελευταίο «όπλο»
Πηγή Φωτογραφίας: Iranian President Masoud Pezeshkian meets with Qatari Prime Minister and Foreign Minister Mohammed Bin Abdulrahman Al Thani, in Tehran, Iran, on Thursday. Reuters
Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν μπαίνει σε μια νέα, ίσως ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.
Έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιχειρήσεων στις 28 Φεβρουαρίου, η σύγκρουση δεν κρίνεται πλέον μόνο στους πυραύλους, στα drones και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Μεταφέρεται στις τράπεζες, στο δολάριο, στις εξαγωγές πετρελαίου, στα λιμάνια και τελικά στην καθημερινότητα των Ιρανών.
Και για πρώτη φορά η ίδια η ηγεσία της Τεχεράνης αναγνωρίζει δημόσια το μέγεθος του οικονομικού κόστους.
Ο ετήσιος πληθωρισμός έφθασε στο 66%, ενώ ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν υποστηρίζει ότι εισαγωγές και εξαγωγές έχουν υποχωρήσει σχεδόν κατά 35% εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων και του ναυτικού αποκλεισμού.
Την ίδια στιγμή, όμως, η Τεχεράνη δεν δείχνει διάθεση υποχώρησης.
Η στρατηγική της συνοψίζεται σε τρεις λέξεις:
αντοχή, διπλωματία, Ορμούζ.
Το οικονομικό μέτωπο γίνεται πλέον κεντρικό
Η ιρανική κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι η αντιμετώπιση των οικονομικών πιέσεων από τον πόλεμο και τις κυρώσεις βρίσκεται πλέον στην κορυφή της ατζέντας.
Ο στόχος είναι να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός, να σταθεροποιηθούν οι αγορές, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να διοχετευθούν επενδύσεις στην εγχώρια παραγωγή και —κυρίως— να μειωθεί σταδιακά η εξάρτηση της χώρας από το δολάριο.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης Μοτζτάμπα Χαμενεΐ έχει επίσης αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
«Υπάρχει ανάγκη να αντιμετωπιστεί σοβαρά η αλυσίδα των οικονομικών προβλημάτων και των προβλημάτων διαβίωσης, όπως ο πληθωρισμός, η ανεργία, η διαχείριση των τιμών και η αγορά αγαθών και υπηρεσιών», ανέφερε σε γραπτή δήλωση που του αποδίδεται.
Το μήνυμα έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Η οικονομική κρίση δεν αντιμετωπίζεται πλέον από το καθεστώς ως μια δευτερεύουσα συνέπεια του πολέμου.
Αντιμετωπίζεται ως απειλή για την ίδια την εσωτερική αντοχή του Ιράν.
Πεζεσκιάν: Το εμπόριο έχει καταρρεύσει σχεδόν 35%
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έδωσε ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε στα κρατικά μέσα, οι ιρανικές εισαγωγές και εξαγωγές έχουν μειωθεί σχεδόν κατά 35% εξαιτίας των αμερικανικών κυρώσεων και του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Για μια οικονομία που χρειάζεται έσοδα από το πετρέλαιο, πρόσβαση σε ξένο συνάλλαγμα και ανοικτούς εμπορικούς διαύλους, η συρρίκνωση είναι τεράστια.
Υπάρχει όμως και ένα στοιχείο που εξηγεί γιατί η Τεχεράνη εξακολουθεί να πιστεύει στη διαπραγμάτευση.
Ο Πεζεσκιάν υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια του βραχύβιου μνημονίου κατανόησης ΗΠΑ–Ιράν τον Ιούνιο, όταν η Ουάσιγκτον επέτρεψε προσωρινά πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου, η χώρα κατάφερε να διαθέσει περίπου 90 εκατ. βαρέλια.
Για την Τεχεράνη το μήνυμα είναι προφανές:
η οικονομική ανακούφιση μπορεί να είναι άμεση εάν υπάρξει πολιτική συμφωνία.
Το «Economic D-Day» του Τραμπ
Η κυβέρνηση Τραμπ, όμως, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η Ουάσιγκτον έχει περάσει από τη συμβατική πολιτική κυρώσεων στην Operation Economic Outcast, την οποία το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών παρουσίασε ως μια πρωτοφανή εκστρατεία οικονομικής απομόνωσης του ιρανικού καθεστώτος.
Το μήνυμα προς τρίτες χώρες, τράπεζες και επιχειρήσεις είναι ουσιαστικά:
επιλέξτε ανάμεσα στο Ιράν και στην πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η νέα στρατηγική χρησιμοποιεί το σημαντικότερο μη στρατιωτικό όπλο των Ηνωμένων Πολιτειών:
το δολάριο.
Το χτύπημα στην Banque Misr UAE
Η πιο χαρακτηριστική κίνηση ήρθε στις 28 Αυγούστου.
Το FinCEN του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών πρότεινε να αφαιρεθεί από την Banque Misr UAE η δυνατότητα πρόσβασης σε correspondent banking μέσω αμερικανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2026 η Banque Misr UAE επεξεργάστηκε περίπου 1,8 δισ. δολάρια για 103 εταιρείες που ενδέχεται να συνδέονται με τα ιρανικά δίκτυα «σκιώδους τραπεζικής».
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έστειλε μάλιστα ένα εξαιρετικά σκληρό μήνυμα προς ολόκληρο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα:
«Προειδοποιήσαμε επίσης ότι όσοι διευκολύνουν το Ιράν δεν μπορούν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν πρόσβαση στο αμερικανικό δολάριο και στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».
Η κίνηση αφορά ειδικά τις δραστηριότητες της Banque Misr στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και όχι συνολικά την αιγυπτιακή τράπεζα.
Αλλά το μήνυμα φτάνει πολύ πέρα από μία τράπεζα.
Ο πραγματικός στόχος: Να φοβηθούν οι τρίτοι
Οι κυρώσεις αποκτούν πραγματική ισχύ όταν δεν περιορίζονται στον άμεσο αντίπαλο.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει το κόστος για οποιαδήποτε τράπεζα, εταιρεία ή χώρα βοηθά την Τεχεράνη να διατηρεί πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και εδώ βρίσκεται το στρατηγικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ.
Το Ιράν μπορεί να δημιουργήσει εναλλακτικά δίκτυα πληρωμών.
Μπορεί να χρησιμοποιήσει εταιρείες-βιτρίνες.
Μπορεί να πραγματοποιήσει συναλλαγές εκτός δολαρίου.
Μπορεί να στραφεί περισσότερο προς Κίνα, Ρωσία και περιφερειακούς εταίρους.
Αλλά για μια διεθνή τράπεζα το ερώτημα παραμένει εξαιρετικά απλό:
αξίζει η πρόσβαση στην ιρανική αγορά τον κίνδυνο απώλειας πρόσβασης στο δολάριο;
Για τις περισσότερες, η απάντηση είναι προβλέψιμη.
Το όριο των αμερικανικών κυρώσεων λέγεται Κίνα
Υπάρχει όμως μία τεράστια εξαίρεση.
Η Κίνα.
Η Ουάσιγκτον έχει προειδοποιήσει χώρες και επιχειρήσεις να περιορίσουν τις οικονομικές σχέσεις με το Ιράν, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει εξαπολύσει το ίδιο επίπεδο οικονομικής επίθεσης εναντίον των μεγαλύτερων εμπορικών εταίρων της Τεχεράνης, όπως η Κίνα και η Ινδία.
Και υπάρχει λόγος.
Οι δευτερογενείς κυρώσεις εναντίον μεγάλων κινεζικών ή ινδικών συμφερόντων θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερες αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές και στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με δύο από τις σημαντικότερες οικονομίες του πλανήτη.
Άρα το πραγματικό τεστ του αμερικανικού «Economic D-Day» δεν είναι μια τράπεζα στο Ντουμπάι.
Είναι το Πεκίνο.
Εάν η Κίνα συνεχίσει να προσφέρει στην Τεχεράνη επαρκείς εμπορικές και ενεργειακές διεξόδους, η οικονομική ασφυξία θα είναι επώδυνη αλλά όχι απαραίτητα αποφασιστική. Η Κίνα παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος και βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου.
Το Ιράν απαντά με το δικό του οικονομικό όπλο: Ορμούζ
Εάν το δολάριο είναι το ισχυρότερο οικονομικό όπλο της Ουάσιγκτον, η Τεχεράνη διαθέτει το δικό της:
τα Στενά του Ορμούζ.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG περνούσε από αυτή τη θαλάσσια αρτηρία.
Γι’ αυτό και η διαμάχη για το καθεστώς του Ορμούζ παραμένει ο βασικός λόγος που η προσωρινή συμφωνία του Ιουνίου κατέρρευσε.
Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι οι δυνάμεις τους έχουν εκκαθαρίσει θαλάσσιες νάρκες που είχε τοποθετήσει το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι το Ορμούζ είναι ανοικτό.
Οι Φρουροί της Επανάστασης απαντούν ότι αυτό αποτελεί «προφανές ψέμα» και υποστηρίζουν ότι η διέλευση εξακολουθεί να εξαρτάται από την ιρανική άδεια.
Και οι αριθμοί δείχνουν ότι η κανονικότητα απέχει ακόμη πολύ.
Μόλις επτά εμπορικά πλοία διέσχισαν τα Στενά την Πέμπτη, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά ναυτιλιακά στοιχεία που επικαλείται το Reuters, έναντι 17 μία ημέρα νωρίτερα και μέσου όρου 15 το προηγούμενο δεκαήμερο.
Το Κατάρ ψάχνει την έξοδο
Ενώ Ουάσιγκτον και Τεχεράνη αυξάνουν την πίεση, οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να ξανανοίξουν τη διπλωματική πόρτα.
Ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Κατάρ, Σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν Αλ Θάνι, βρέθηκε στην Τεχεράνη, πιέζοντας για επιστροφή στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα μέσω Ορμούζ. Το Κατάρ και το Πακιστάν είχαν συμβάλει και στην επίτευξη της προσωρινής συμφωνίας του Ιουνίου.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε τις συνομιλίες «δημιουργικές».
Και η ιρανική κυβέρνηση έστειλε ένα ενδιαφέρον διπλό μήνυμα:
«Η διπλωματία και η άμυνα είναι δύο συμπληρωματικές, συντονισμένες και αδιαχώριστες πτέρυγες» για την προστασία των εθνικών συμφερόντων, της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας.
Η Τεχεράνη επομένως δεν κλείνει την πόρτα.
Αλλά ούτε παραδίδει το βασικό διαπραγματευτικό της χαρτί.
Ποιος θα εξαντληθεί πρώτος;
Εδώ βρίσκεται πλέον ο πραγματικός πόλεμος.
Η Ουάσιγκτον πιστεύει ότι μπορεί να καταστήσει το οικονομικό κόστος για το Ιράν τόσο υψηλό ώστε η Τεχεράνη να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις με πολύ λιγότερη διαπραγματευτική ισχύ.
Το Ιράν ποντάρει στο αντίθετο.
Ότι μπορεί να αντέξει αρκετά ώστε το κόστος του Ορμούζ, των υψηλότερων ενεργειακών τιμών και μιας παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής να αρχίσει να βαραίνει περισσότερο τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Γι’ αυτό τα δύο οικονομικά όπλα είναι διαφορετικά.
Οι ΗΠΑ ελέγχουν την πρόσβαση στο δολάριο.
Το Ιράν μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Ο πρώτος αριθμός που πρέπει να παρακολουθεί κανείς είναι το 66% του ιρανικού πληθωρισμού.
Ο δεύτερος είναι η πτώση περίπου 35% του εξωτερικού εμπορίου.
Ο τρίτος, όμως, δεν βρίσκεται στο Ιράν.
Είναι η τιμή του πετρελαίου και το κόστος που θα πληρώσει η παγκόσμια οικονομία εάν το Ορμούζ παραμείνει ουσιαστικά περιορισμένο.
Η Ουάσιγκτον διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη οικονομική ισχύ.
Η Τεχεράνη όμως διαθέτει γεωγραφία.
Και αυτό μετατρέπει τη σύγκρουση σε έναν επικίνδυνο πόλεμο αμοιβαίας οικονομικής φθοράς.
Το μεγάλο ερώτημα των επόμενων εβδομάδων δεν είναι επομένως μόνο εάν θα ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.
Είναι ποια πλευρά θα πιστέψει πρώτη ότι το κόστος της συνέχισης του πολέμου είναι μεγαλύτερο από το κόστος ενός συμβιβασμού.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο