Δημοσιονομική βόμβα σε ΗΠΑ και Γαλλία – Ποιος θα λυγίσει πρώτος από το χρέος;
Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Δημοσιονομική βόμβα σε ΗΠΑ και Γαλλία – Ποιος θα λυγίσει πρώτος από το χρέος;
Μια ανησυχητική εικόνα για το μέλλον των δημόσιων οικονομικών των μεγαλύτερων ανεπτυγμένων χωρών παρουσιάζουν οι Financial Times, με αφορμή τις τελευταίες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται οι κυβερνήσεις να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία, δύο οικονομίες που συνδυάζουν υψηλά ελλείμματα, αυξανόμενο δημόσιο χρέος και σοβαρές πολιτικές δυσκολίες στην εφαρμογή δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια χώρα εμφανίζει σήμερα το μεγαλύτερο χρέος, αλλά ποια θα μπορούσε να αντιμετωπίσει πρώτη μια σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης στις αγορές ομολόγων.
ΔΝΤ: Επείγουσα προειδοποίηση για τα δημόσια οικονομικά
Κατά τις πρόσφατες ετήσιες συνεδριάσεις του ΔΝΤ, η γενική διευθύντρια Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς τις κυβερνήσεις των μεγαλύτερων οικονομιών.
«Ποια είναι αυτή τη στιγμή η πιο δυνατή έκκλησή μας προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής; Να προχωρήσουν σε επείγουσες επισκευές στο δημοσιονομικό οικοδόμημα, πριν διευρυνθούν οι ρωγμές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή αφορά οικονομίες τόσο μεγάλες ώστε μια ενδεχόμενη κρίση τους δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τα συνήθη προγράμματα χρηματοδοτικής διάσωσης του Ταμείου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, πριν από την πανδημία το ΔΝΤ προέβλεπε ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα της G7 θα σταθεροποιούνταν περίπου στο 2,5% του ΑΕΠ.
Οι προβλέψεις του Οκτωβρίου 2026 δείχνουν πλέον σταθεροποίηση σε επίπεδα άνω του 6% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για μια ουσιαστική επιδείνωση των μακροπρόθεσμων δημοσιονομικών προοπτικών, καθώς η διατήρηση μεγάλων ελλειμμάτων μπορεί να οδηγήσει σε συνεχή αύξηση του δημόσιου χρέους.
ΗΠΑ: Το αμερικανικό χρέος και το πολιτικό αδιέξοδο
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο μέγεθος του ομοσπονδιακού ελλείμματος.
Η αμερικανική οικονομία διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων το διεθνές αποθεματικό καθεστώς του δολαρίου και το βάθος της αγοράς κρατικών ομολόγων.
Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί δεν εξαλείφουν τους δημοσιονομικούς κινδύνους.
Η ανάλυση των Financial Times επισημαίνει ότι τα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα δεν έχουν αναδείξει τη δημοσιονομική πειθαρχία σε κεντρική πολιτική προτεραιότητα.
Οι φορολογικές επιλογές, οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες και οι δυσκολίες επίτευξης πολιτικών συμβιβασμών περιπλέκουν τη διαδικασία περιορισμού των ελλειμμάτων.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που εξακολουθεί να προσελκύει διεθνή κεφάλαια, αλλά αντιμετωπίζει διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού.
Γαλλία: Η δημοσιονομική κρίση συναντά την πολιτική παράλυση
Στη Γαλλία, το πρόβλημα αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Η χώρα αντιμετωπίζει υψηλές δημοσιονομικές ανάγκες, ενώ η πολιτική αντιπαράθεση δυσχεραίνει την προώθηση μεταρρυθμίσεων και την έγκριση αξιόπιστων προϋπολογισμών.
Η συζήτηση για το συνταξιοδοτικό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Μαρίν Λεπέν, παρά τη ρητορική περί δημοσιονομικής υπευθυνότητας, έχει αντιταχθεί στη μεταρρύθμιση της ηλικίας συνταξιοδότησης, την οποία οι υποστηρικτές της θεωρούν σημαντική για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Την ίδια στιγμή, οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξασφάλιση των κοινοβουλευτικών συμμαχιών που απαιτούνται για την έγκριση του προϋπολογισμού.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό: αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες και περιορισμένη δυνατότητα λήψης αποφάσεων.
Ιαπωνία και Ιταλία: Γιατί το υψηλό χρέος δεν λέει ολόκληρη την ιστορία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με την Ιαπωνία και την Ιταλία.
Η Ιαπωνία εξακολουθεί να εμφανίζει εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, έχει επανειλημμένα καταγράψει μικρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα από εκείνα που προέβλεπε το ΔΝΤ.
Παρά τις εξαγγελίες για δημοσιονομική επέκταση, το ιαπωνικό υπουργείο Οικονομικών εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών.
Η Ιταλία αποτελεί μια διαφορετική περίπτωση.
Παρά το υψηλό επίπεδο χρέους, η χώρα έχει επιδείξει μεγαλύτερη συνέπεια στη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, δηλαδή θετικών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων πριν από την καταβολή τόκων.
Η σχετική σταθερότητα του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο της δημοσιονομικής της εικόνας.
Γερμανία και Καναδάς: Διαφορετική αφετηρία
Η Γερμανία και ο Καναδάς διαθέτουν συγκριτικά ευνοϊκότερη δημοσιονομική θέση.
Η Γερμανία έχει αυξήσει τις δαπάνες της για άμυνα και επενδύσεις, μεταβάλλοντας την παραδοσιακά περιοριστική δημοσιονομική της πολιτική.
Ωστόσο, το χαμηλότερο επίπεδο χρέους της προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων.
Ο Καναδάς επίσης διατηρεί χαρακτηριστικά δημοσιονομικής διαχείρισης που περιορίζουν τους άμεσους κινδύνους σε σχέση με άλλες οικονομίες της G7.
Η εικόνα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι πιο σύνθετη, καθώς η χώρα έχει επανειλημμένα παρουσιάσει σχέδια δημοσιονομικής εξυγίανσης, χωρίς πάντοτε να επιτυγχάνει τους στόχους της.
Το 2031 και η μεγάλη προειδοποίηση για το χρέος
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ανάλυσης αφορά τις προβλέψεις του ΔΝΤ για το 2031.
Με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις του Ταμείου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία αναμένεται να ξεπεράσουν την Ιαπωνία στον λόγο καθαρού δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει πόσο σημαντική είναι η δυναμική του χρέους και όχι μόνο το σημερινό απόλυτο μέγεθός του.
Η άνοδος του κόστους εξυπηρέτησης, οι διαρκείς ανάγκες αναχρηματοδότησης και η αβεβαιότητα γύρω από τις πολιτικές αποφάσεις μπορούν να αυξήσουν την ευαισθησία των κρατικών ομολόγων στις μεταβολές της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Η επόμενη κρίση μπορεί να ξεκινήσει από τον πυρήνα της παγκόσμιας οικονομίας
Το ΔΝΤ δεν προβλέπει άμεση δημοσιονομική κατάρρευση κάποιας μεγάλης οικονομίας.
Επιμένει, όμως, ότι η αναβολή των αναγκαίων προσαρμογών αυξάνει τους μελλοντικούς κινδύνους.
Για τις διεθνείς αγορές, μια σοβαρή δημοσιονομική αναταραχή σε μια μεγάλη χώρα της G7 θα μπορούσε να μεταδοθεί μέσω των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, του κόστους χρηματοδότησης και της επενδυτικής εμπιστοσύνης.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική ισχύς δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση δημοσιονομικής ασφάλειας.
Η δημοσιονομική ανθεκτικότητα εξαρτάται επίσης από τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να εφαρμόζουν αξιόπιστες πολιτικές και να διατηρούν την εμπιστοσύνη των αγορών.
Η προειδοποίηση των Financial Times αναδεικνύει έτσι ένα κρίσιμο ζήτημα για τα επόμενα χρόνια: οι μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες διαθέτουν σημαντικούς μηχανισμούς προστασίας, αλλά δεν μπορούν να αναβάλλουν επ’ αόριστον τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών τους.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο