Deloitte: «Χρυσή» αύξηση 45% στο αφεντικό ενώ κόβονται 1.000 θέσεις εργασίας – Τα £7,1 εκατ.
Πηγή Φωτογραφίας: Deloitte, επίσημο εταιρικό πορτρέτο/Deloitte: «Χρυσή» αύξηση 45% στο αφεντικό ενώ κόβονται 1.000 θέσεις εργασίας – Τα £7 1 εκατ.
Μια εντυπωσιακή αντίθεση ανάμεσα στις αμοιβές της ανώτατης διοίκησης και στις εξελίξεις στην απασχόληση αποκαλύπτει το νέο ρεπορτάζ των Financial Times για την Deloitte, έναν από τους τέσσερις μεγαλύτερους ομίλους ελεγκτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών παγκοσμίως.
Ο Ρίτσαρντ Χιούστον (Richard Houston), πρώην επικεφαλής της Deloitte στη Βρετανία και σημερινός επικεφαλής της νέας περιφερειακής δομής της στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, έλαβε συνολικές αποδοχές 7,1 εκατ. στερλινών για την οικονομική χρήση που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2026.
Πρόκειται για αύξηση 45% σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η εταιρεία περιόρισε κατά περίπου 1.000 άτομα το προσωπικό της στη Βρετανία και άλλαξε τον τρόπο κατανομής των κερδών στους νέους εταίρους της.
Η εξέλιξη δημιουργεί ένα ισχυρό ερώτημα εταιρικής διακυβέρνησης: πώς δικαιολογούνται τόσο μεγάλες αυξήσεις στην κορυφή μιας επιχείρησης, όταν η ίδια προχωρά σε περικοπές προσωπικού και περιορισμό των αρχικών δικαιωμάτων συμμετοχής στα κέρδη;
Από τα 4,9 στα 7,1 εκατ. στερλίνες
Τα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times προέρχονται από εταιρικές οικονομικές καταχωρίσεις.
Η συνολική αμοιβή του Χιούστον διαμορφώθηκε ως εξής:
- 5,8 εκατ. στερλίνες από διανομή κερδών.
- 1,3 εκατ. στερλίνες ως εφάπαξ πρόσθετη ανταμοιβή, συνδεδεμένη με στρατηγικούς και οικονομικούς στόχους ευρύτερων ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων.
Το προηγούμενο έτος είχε λάβει περίπου 4,9 εκατ. στερλίνες, ενώ το 2021 οι αποδοχές του ανέρχονταν σε 2,9 εκατ. στερλίνες.
Η αύξηση τον τοποθετεί στην κορυφή των αμοιβών μεταξύ των επικεφαλής των τεσσάρων μεγάλων ελεγκτικών εταιρειών στη Βρετανία.
Για σύγκριση, ο Μάρκο Αμιτράνο (Marco Amitrano), επικεφαλής της PwC στη Βρετανία και τη Μέση Ανατολή, έλαβε περίπου 4,8 εκατ. στερλίνες για την οικονομική χρήση που ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2026.
Η διαφορά δεν είναι αμελητέα. Οι συνολικές αποδοχές του Χιούστον υπερβαίνουν κατά περίπου 48% εκείνες του επικεφαλής της PwC.
Η αναλογία που προκαλεί ερωτήματα: 93 προς 1
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η απόσταση ανάμεσα στην αμοιβή του Χιούστον και στις αποδοχές των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι Financial Times, οι αποδοχές του ήταν 93 φορές μεγαλύτερες από τον διάμεσο μισθό εργαζομένου της Deloitte στη Βρετανία.
Ένα χρόνο νωρίτερα, η αντίστοιχη αναλογία ήταν 65 προς 1.
Το 2021 βρισκόταν στο 35 προς 1.
Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή: μέσα σε πέντε χρόνια, η αναλογία υπερδιπλασιάστηκε.
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι υπέστησαν μειώσεις αποδοχών. Αποτυπώνει όμως τη σημαντική διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στην κορυφή και στο μέσο της μισθολογικής κατανομής.
Εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικό ζήτημα για τη δημόσια συζήτηση περί εταιρικής διακυβέρνησης.
Οι μεγάλες επαγγελματικές εταιρείες επιδιώκουν να προσελκύουν και να ανταμείβουν στελέχη που διαχειρίζονται διεθνείς οργανισμούς πολλών δισεκατομμυρίων.
Ταυτόχρονα, οι αποφάσεις για αμοιβές και περικοπές επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και την εικόνα της επιχείρησης.
Χίλιες θέσεις εργασίας λιγότερες
Η αύξηση των αποδοχών έρχεται σε μια περίοδο αναδιάρθρωσης για τη Deloitte στη Βρετανία.
Σύμφωνα με τους Financial Times, το προσωπικό μειώθηκε κατά περίπου 1.000 εργαζομένους μέσα στο προηγούμενο έτος.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι όλες οι μειώσεις προήλθαν από την ίδια διαδικασία απολύσεων ή ότι συνδέονται άμεσα με την αμοιβή του Χιούστον.
Αποτελεί όμως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας ελέγχου κόστους και προσαρμογής του οργανισμού στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.
Στον ελεγκτικό κλάδο, η εταιρεία είχε ανακοινώσει και πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης για ορισμένους εργαζομένους, επικαλούμενη τη χαμηλή φυσική αποχώρηση προσωπικού σε συγκεκριμένες βαθμίδες.
Η Deloitte, παράλληλα, εξακολουθεί να προσλαμβάνει προσωπικό σε άλλους τομείς δραστηριότητας.
Αυτή η διπλή εικόνα —μειώσεις σε ορισμένες λειτουργίες και προσλήψεις σε άλλες— αντανακλά τη μεταβολή των αναγκών των μεγάλων συμβουλευτικών οργανισμών.
Έσοδα μόλις +2%, κέρδη +14%
Οι οικονομικές επιδόσεις της Deloitte παρουσιάζουν ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο.
Για τη χρήση που ολοκληρώθηκε στις 31 Μαΐου 2026, τα έσοδα της βρετανικής δραστηριότητας, μαζί με τις ελβετικές δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στην οικονομική παρουσίαση, ανήλθαν σε 5,81 δισ. στερλίνες, σημειώνοντας αύξηση περίπου 2%.
Την ίδια στιγμή, τα διανεμητέα κέρδη αυξήθηκαν κατά 14%, φτάνοντας τα 899 εκατ. στερλίνες.
Με άλλα λόγια, η κερδοφορία ενισχύθηκε πολύ ταχύτερα από τον κύκλο εργασιών.
Αυτό μπορεί να αντανακλά καλύτερη αποδοτικότητα, αλλαγή στο μείγμα υπηρεσιών, έλεγχο λειτουργικών δαπανών και άλλους παράγοντες.
Δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η αύξηση των κερδών οφείλεται στις μειώσεις προσωπικού.
Ωστόσο, καταδεικνύει γιατί οι αποφάσεις για τη διανομή της αυξημένης κερδοφορίας αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η μέση διανομή κερδών ανά εταίρο με συμμετοχή στο κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 7%, στα 1,125 εκατ. στερλίνες.
Project Maple: Η μυστική ονομασία μιας μεγάλης αλλαγής
Πίσω από την υπόθεση των αμοιβών βρίσκεται μια σημαντική εσωτερική μεταρρύθμιση, γνωστή με την κωδική ονομασία Project Maple.
Το σχέδιο αφορά τη δομή των partners, δηλαδή των ανώτατων στελεχών που κατέχουν τον τίτλο του εταίρου.
Στις μεγάλες ελεγκτικές και συμβουλευτικές εταιρείες υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες.
Οι equity partners έχουν συμμετοχή στην ιδιοκτησία και στη διανομή κερδών.
Οι salaried partners φέρουν τον τίτλο του εταίρου, αλλά παραμένουν ουσιαστικά μισθωτά στελέχη χωρίς αντίστοιχο ιδιοκτησιακό δικαίωμα.
Η διάκριση έχει σημαντικές οικονομικές και επαγγελματικές συνέπειες.
Η απόκτηση του τίτλου partner δεν εγγυάται επομένως ότι κάποιος συμμετέχει στα κέρδη με τον ίδιο τρόπο όπως ένας equity partner.
Από 100 σε 80 μονάδες: Το νέο μοντέλο αμοιβών
Σύμφωνα με τους Financial Times, η Deloitte μείωσε την αρχική κατανομή μονάδων συμμετοχής στα κέρδη για νέους equity partners.
Ενώ προηγουμένως ένας νέος εταίρος μπορούσε να λάβει 100 μονάδες, η αρχική κατανομή μειώθηκε στις 80.
Οι μονάδες αυτές δεν πρέπει να συγχέονται με κοινές χρηματιστηριακές μετοχές.
Αποτελούν μηχανισμό υπολογισμού της συμμετοχής στη διανομή των κερδών, σε συνδυασμό με την ατομική απόδοση.
Η αλλαγή σημαίνει ότι οι νεοεισερχόμενοι στο καθεστώς equity partner ξεκινούν με μικρότερο αριθμό μονάδων.
Από την πλευρά της διοίκησης, το μοντέλο μπορεί να διευκολύνει τη διεύρυνση της ομάδας των ιδιοκτησιακών εταίρων.
Από την πλευρά των ενδιαφερόμενων στελεχών, όμως, εγείρει ερωτήματα για την οικονομική αξία της προαγωγής.
Το πραγματικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την αξία κάθε μονάδας, τη μελλοντική κερδοφορία και τη δυνατότητα αύξησης των δικαιωμάτων συμμετοχής.
Η δυσαρέσκεια των salaried partners
Το Project Maple επιχειρεί επίσης να αντιμετωπίσει μια χρόνια ένταση στο μοντέλο λειτουργίας των Big Four.
Για χρόνια, οι μεγάλες εταιρείες χρησιμοποιούσαν όλο και περισσότερο τον τίτλο salaried partner για την προαγωγή έμπειρων στελεχών, χωρίς να επεκτείνουν ανάλογα τον αριθμό όσων συμμετείχαν στην ιδιοκτησία.
Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας πολυπληθούς ανώτερης βαθμίδας με υψηλές επαγγελματικές ευθύνες, αλλά περιορισμένη πρόσβαση στην κατανομή των κερδών.
Ένα πρώην ανώτατο στέλεχος, το οποίο επικαλούνται οι Financial Times, περιέγραψε αυτή τη βαθμίδα ως ένα διογκωμένο επίπεδο της ιεραρχίας, όπου πολλά στελέχη αισθάνονταν ότι είχαν καθηλωθεί.
Η συγκεκριμένη μαρτυρία αποτυπώνει μια εσωτερική κριτική, όχι κατ’ ανάγκην την εμπειρία όλων των partners.
Στόχος της αναδιάρθρωσης είναι να προσφέρει σε περισσότερα στελέχη διαδρομή προς την ιδιοκτησιακή συμμετοχή.
Περισσότεροι ιδιοκτησιακοί εταίροι, αλλά με νέους όρους
Η Deloitte έχει αυξήσει το ποσοστό των equity partners στο συνολικό σώμα των εταίρων της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ρεπορτάζ, πλέον αποτελούν σχεδόν 60%, έναντι 54% το 2025.
Η εταιρεία είχε ανακοινώσει τον Μάιο ότι 68 salaried partners μετατράπηκαν σε equity partners, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό τους στη Βρετανία σε 784.
Η αλλαγή παρουσιάζεται ως προσπάθεια δημιουργίας περισσότερων ευκαιριών επαγγελματικής εξέλιξης.
Ωστόσο, η μείωση των αρχικών μονάδων συμμετοχής δείχνει ότι η διεύρυνση της ιδιοκτησιακής βάσης συνοδεύεται από ανακατανομή των οικονομικών δικαιωμάτων.
Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία.
Όσο περισσότεροι εταίροι αποκτούν πρόσβαση στη διανομή κερδών, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη καθορισμού των όρων με τους οποίους κατανέμεται η συνολική κερδοφορία.
Από τη Βρετανία σε 80 χώρες: Η νέα εξουσία του Χιούστον
Η άνοδος των αποδοχών του Ρίτσαρντ Χιούστον συνδέεται και με τη διεύρυνση των διοικητικών του αρμοδιοτήτων.
Από το 2019 ήταν επικεφαλής της Deloitte στη Βρετανία.
Στη συνέχεια απέκτησε ευρύτερο ρόλο σε μια ομάδα περίπου 30 εθνικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Τον Ιούνιο του 2026 ανέλαβε την ηγεσία της νέας περιφερειακής δομής που συντονίζει δραστηριότητες σε 80 χώρες.
Η αναδιάρθρωση έχει στόχο τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των εθνικών εταιρειών του δικτύου και τη δημιουργία μεγαλύτερης επιχειρησιακής κλίμακας.
Από επιχειρηματική άποψη, ο νέος ρόλος συνεπάγεται μεγαλύτερη ευθύνη και πολυπλοκότητα.
Από την άλλη πλευρά, η αύξηση της αμοιβής σε συνδυασμό με τις μειώσεις προσωπικού αποτελεί εύλογο αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τις Big Four
Η αναδιάρθρωση της Deloitte πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει τις υπηρεσίες ελέγχου, συμβουλευτικής και φορολογικής υποστήριξης.
Οι εταιρείες επενδύουν σε συστήματα που μπορούν να υποστηρίζουν την ανάλυση εγγράφων, τη διαχείριση δεδομένων, την προετοιμασία αναφορών και την αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων εργασιών.
Η Deloitte ανακοίνωσε ότι επένδυσε 180 εκατ. στερλίνες στην τεχνολογία κατά τη χρήση 2026, έναντι 158 εκατ. την προηγούμενη χρονιά.
Η αλλαγή αυτή μπορεί να δημιουργήσει νέες ειδικότητες και ανάγκες κατάρτισης, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τη ζήτηση για ορισμένες παραδοσιακές εργασίες.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής τεκμηρίωση ώστε να αποδοθεί το σύνολο της μείωσης των 1.000 θέσεων εργασίας αποκλειστικά στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η εξέλιξη συνδέεται με ευρύτερες επιχειρησιακές αποφάσεις, τη ζήτηση υπηρεσιών και την αναδιάρθρωση του προσωπικού.
Η άλλη πλευρά: Προσλήψεις, προαγωγές και μπόνους
Η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη.
Στα επίσημα οικονομικά αποτελέσματά της, η Deloitte UK ανακοίνωσε 3.500 νέες προσλήψεις, περισσότερες από 6.000 προαγωγές και αύξηση του συνολικού κονδυλίου μπόνους κατά 14%.
Οι μέσες αυξήσεις μισθών εντός των ίδιων βαθμίδων ξεπέρασαν το 4%.
Η εταιρεία ανακοίνωσε επίσης ότι επένδυσε 305 εκατ. στερλίνες σε ανταμοιβές προσωπικού.
Ο νέος επικεφαλής της Deloitte UK, Ντάρεν Γκρέιβς (Darren Graves), σχολιάζοντας τα οικονομικά αποτελέσματα, απέδωσε τις επιδόσεις στην προσπάθεια των εργαζομένων και των εταίρων μέσα σε ένα δύσκολο περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και τεχνολογικών αλλαγών.
«Πρόκειται για ένα καλό σύνολο αποτελεσμάτων σε ένα περίπλοκο περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και προόδου της τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε.
Πρόσθεσε ότι η εταιρεία αύξησε τα έσοδα σε όλες τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες στη Βρετανία και ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες επέστρεψαν σε κερδοφόρα ανάπτυξη.
Η επίσημη αυτή τοποθέτηση υπογραμμίζει την προσπάθεια της Deloitte να παρουσιάσει την αναδιάρθρωση ως μέρος μιας συνολικότερης στρατηγικής ανάπτυξης.
Ο ανταγωνισμός με PwC, EY και KPMG
Η υπόθεση αφορά ευρύτερα το επιχειρηματικό μοντέλο των Big Four.
Οι Deloitte, PwC, EY και KPMG αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις: πίεση στα περιθώρια κέρδους, αλλαγές στη ζήτηση συμβουλευτικών υπηρεσιών, ανάγκη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και ανταγωνισμό για την προσέλκυση στελεχών.
Το παραδοσιακό μοντέλο partnership βασίζεται στην προοπτική ότι τα πιο επιτυχημένα στελέχη μπορούν να αποκτήσουν συμμετοχή στην ιδιοκτησία.
Όταν όμως ο αριθμός των υψηλόβαθμων στελεχών αυξάνεται ταχύτερα από τη δυνατότητα συμμετοχής στα κέρδη, δημιουργούνται εντάσεις.
Οι Financial Times αναφέρουν ότι και άλλοι μεγάλοι οργανισμοί έχουν προχωρήσει σε αλλαγές στο καθεστώς των equity partners.
Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη Deloitte.
Η κατανομή της κερδοφορίας και η διατήρηση των ταλέντων εξελίσσονται σε βασικά ζητήματα στρατηγικής για ολόκληρο τον κλάδο.
Η ελληνική διάσταση: Τι σημαίνουν οι αλλαγές για την αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών
Η Deloitte έχει παρουσία και στην Ελλάδα, όπως και οι υπόλοιποι μεγάλοι διεθνείς ελεγκτικοί και συμβουλευτικοί οργανισμοί.
Οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στο διεθνές δίκτυο έχουν σημασία για την ευρύτερη αγορά επαγγελματικών υπηρεσιών, καθώς οι πολυεθνικές εταιρείες επηρεάζουν τις πρακτικές προσλήψεων, τις επενδύσεις σε τεχνολογία και τα μοντέλα ανάπτυξης στελεχών.
Η ελληνική αγορά παρουσιάζει αυξημένη ζήτηση σε τομείς όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η κυβερνοασφάλεια, η φορολογική συμμόρφωση, οι εξαγορές και η συμβουλευτική υποστήριξη επιχειρήσεων.
Η διεθνής στροφή προς την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επηρεάσει τις δεξιότητες που ζητούνται και τον τρόπο οργάνωσης των έργων.
Ωστόσο, δεν υπάρχουν στο συγκεκριμένο ρεπορτάζ στοιχεία που να τεκμηριώνουν αντίστοιχες περικοπές προσωπικού ή αλλαγές στις αμοιβές των partners της Deloitte στην Ελλάδα.
Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς οι εθνικές εταιρείες του δικτύου λειτουργούν μέσα σε διαφορετικά νομικά και επιχειρηματικά πλαίσια.
Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος καρπώνεται την αύξηση της παραγωγικότητας;
Πίσω από τις αποδοχές των 7,1 εκατ. στερλινών βρίσκεται μια ευρύτερη συζήτηση για τη διανομή των οικονομικών οφελών στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Η τεχνολογία, οι οργανωτικές αλλαγές και ο περιορισμός του κόστους μπορούν να βελτιώσουν την κερδοφορία.
Το ερώτημα είναι πώς κατανέμεται αυτή η βελτίωση ανάμεσα στους ιδιοκτήτες, την ανώτατη διοίκηση και τους εργαζομένους.
Η Deloitte παρουσιάζει αύξηση κερδών, υψηλότερα μπόνους, προσλήψεις και επενδύσεις στην τεχνολογία.
Ταυτόχρονα, καταγράφει μείωση προσωπικού και μια εξαιρετικά μεγάλη αύξηση αποδοχών για το ανώτατο στέλεχος που ηγήθηκε της αναδιάρθρωσης.
Τα δύο στοιχεία δεν είναι απαραίτητα οικονομικά ασύμβατα.
Αναδεικνύουν όμως διαφορετικές όψεις της ίδιας επιχειρηματικής μετάβασης.
Το ρεπορτάζ των Financial Times φωτίζει μια νέα πραγματικότητα για τις Big Four: οι εταιρείες επιχειρούν να γίνουν πιο αποδοτικές και τεχνολογικά προηγμένες, ενώ παράλληλα επαναπροσδιορίζουν ποιοι συμμετέχουν στα κέρδη και με ποιους όρους.
Και αυτή η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους μεγάλους συμβουλευτικούς ομίλους. Αφορά το μέλλον της εργασίας, των αμοιβών και της εταιρικής διακυβέρνησης σε μια οικονομία που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο