Η Ευρώπη μπροστά στο μεγάλο δίλημμα του ΝΑΤΟ: Μπορεί να χρηματοδοτήσει τη νέα αμυντική κούρσα;
Πηγή Φωτογραφίας: NATO Secretary General Mark Rutte. Image credit: NATO//Η Ευρώπη μπροστά στο μεγάλο δίλημμα του ΝΑΤΟ: Μπορεί να χρηματοδοτήσει τη νέα αμυντική κούρσα;
Η απόφαση του ΝΑΤΟ να αυξήσει δραστικά τις αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών σηματοδοτεί μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές μεταβολές από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα ενότητας που επιχειρεί να εκπέμψει η Συμμαχία, αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Ευρώπη να χρηματοδοτήσει αυτή τη νέα αμυντική πραγματικότητα χωρίς να υπονομεύσει τη δημοσιονομική και κοινωνική της σταθερότητα;
Η συζήτηση αναμένεται να κυριαρχήσει και στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει την πρόοδο των συμμάχων προς την επίτευξη των νέων στόχων.
Το νέο δόγμα του ΝΑΤΟ
Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, οι χώρες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν, έπειτα από έντονες πιέσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, να αυξήσουν τις συνολικές δαπάνες για άμυνα και ασφάλεια στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035.
Από το ποσοστό αυτό:
- 3,5% θα αφορά καθαρά στρατιωτικές δαπάνες.
- 1,5% θα κατευθύνεται σε κυβερνοασφάλεια, κρίσιμες υποδομές, πολιτική προστασία και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κρατών.
Η νέα αυτή δέσμευση αποτελεί τη μεγαλύτερη αύξηση στρατιωτικών επενδύσεων των τελευταίων δεκαετιών και αντανακλά το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμόρφωσαν ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αυξανόμενη αντιπαράθεση με τη Ρωσία και η σταδιακή μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Η Γερμανία αλλάζει στρατηγική
Η μεγαλύτερη μεταβολή καταγράφεται στη Γερμανία.
Μετά την αναθεώρηση των δημοσιονομικών της κανόνων, το Βερολίνο σχεδιάζει να υπερδιπλασιάσει τις αμυντικές δαπάνες του, οι οποίες αναμένεται να ξεπεράσουν τα 200 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030.
Παράλληλα, χώρες της Ανατολικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως η Πολωνία, η Λιθουανία και η Εσθονία, έχουν ήδη επιταχύνει σημαντικά τις στρατιωτικές τους επενδύσεις, θεωρώντας τη ρωσική απειλή άμεσο ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η Πολωνία, μάλιστα, αφιερώνει ήδη περίπου 4,3% του ΑΕΠ της στην άμυνα, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα του ΝΑΤΟ.
Η Δυτική Ευρώπη δυσκολεύεται
Η εικόνα είναι διαφορετική στις μεγαλύτερες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 15 δισ. λιρών, όμως σημαντικό μέρος της χρηματοδότησής του παραμένει αδιευκρίνιστο.
Η Γαλλία σχεδιάζει να αυξήσει σταδιακά τις αμυντικές της δαπάνες στο 2,5% του ΑΕΠ, την ώρα όμως που καλείται να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να διαχειριστεί τις πολιτικές πιέσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών.
Η Ιταλία αντιμετωπίζει ανάλογες δυσκολίες, καθώς συνδυάζει υψηλό δημόσιο χρέος με δεσμεύσεις για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.
Η Ισπανία εξακολουθεί να εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στον στόχο του 5%, δηλώνοντας ότι θα κινηθεί κοντά στο 2,1% του ΑΕΠ, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση σε τεχνολογίες διπλής χρήσης με πολιτικές εφαρμογές.
Το μεγάλο πολιτικό εμπόδιο
Πέρα από τους αριθμούς, οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν και ένα εξίσου δύσκολο πολιτικό δίλημμα.
Η σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών συμπίπτει με περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, υψηλού δημόσιου χρέους και αυξημένων κοινωνικών απαιτήσεων για περισσότερες δαπάνες στην υγεία, την παιδεία, τις συντάξεις και την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα όσες βρίσκονται κοντά σε εκλογικές αναμετρήσεις, η ενίσχυση των εξοπλιστικών προγραμμάτων ενδέχεται να συναντήσει ισχυρές πολιτικές αντιδράσεις.
Αρκούν τα χρήματα;
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και η αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών δεν αρκεί από μόνη της για να ενισχύσει ουσιαστικά τη στρατιωτική ισχύ της Ευρώπης.
Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία καλείται να επεκτείνει την παραγωγική της βάση, να δημιουργήσει νέες μονάδες παραγωγής και να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή οπλικών συστημάτων.
Ωστόσο, πολλές εταιρείες εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, εφόσον δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ότι οι κυβερνήσεις θα διατηρήσουν σταθερά τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες και μετά τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Το πραγματικό στοίχημα για το ΝΑΤΟ
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Συμμαχία δεν είναι πλέον η υιοθέτηση φιλόδοξων στόχων, αλλά η μετατροπή των πολιτικών δεσμεύσεων σε σταθερή οικονομική πολιτική.
Η Ουάσιγκτον συνεχίζει να πιέζει τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο της συλλογικής άμυνας, ενώ η Ρωσία παρακολουθεί στενά την ενίσχυση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Η επιτυχία ή η αποτυχία του νέου αμυντικού σχεδιασμού θα καθορίσει όχι μόνο την επιχειρησιακή αξιοπιστία του ΝΑΤΟ, αλλά και τον βαθμό στρατηγικής αυτονομίας που θα μπορέσει να αποκτήσει η Ευρώπη την επόμενη δεκαετία.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αποτελεί πλέον μόνο στρατιωτική επιλογή, αλλά μια βαθιά πολιτική και οικονομική απόφαση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η πίεση της κυβέρνησης Τραμπ για μεγαλύτερο επιμερισμό των βαρών και η αβεβαιότητα για τον μελλοντικό ρόλο των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια αναγκάζουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητές τους. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη πρέπει να εξοπλιστεί περισσότερο, αλλά αν διαθέτει τη δημοσιονομική αντοχή και την πολιτική συναίνεση για να στηρίξει αυτή τη στρατηγική επιλογή επί μία ολόκληρη δεκαετία.
Πηγή: pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο